Ειδική Εισφορά Αλληλεγγύης 2%: Συνεχίζεται η Επιβάρυνση των Δημοσίων Υπαλλήλων – Η Απάντηση της Κυβέρνησης
Ο βουλευτής της Ελληνικής Λύσης, Βασίλειος Βιλιάρδος, έθεσε με κοινοβουλευτική ερώτηση το ζήτημα της συνεχιζόμενης παρακράτησης της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης 2% από τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, ενός μέτρου που θεσπίστηκε το 2011 ως προσωρινό, αλλά παραμένει σε ισχύ. Η απάντηση από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, μέσω του Υφυπουργού Αθανάσιου Πετραλιά, επιβεβαιώνει την εφαρμογή της εισφοράς, χωρίς να δίνει σαφές χρονοδιάγραμμα για την κατάργησή της.
Το Αίτημα του Βουλευτή Βιλιάρδου: Κοινωνική Αδικία και Αντιφάσεις
Ο κ. Βιλιάρδος, ανταποκρινόμενος σε διαμαρτυρίες μονίμων δημοσίων υπαλλήλων και εκπαιδευτικών, τόνισε την κοινωνική αδικία της εισφοράς αυτής. Όπως αναφέρει στην ερώτησή του, η εισφορά, που θεσπίστηκε το 2011 για την «καταπολέμηση της ανεργίας» σε περίοδο δημοσιονομικής κρίσης, εφαρμόζεται πλέον αποκλειστικά στους εργαζόμενους στο Δημόσιο. Το γεγονός ότι δεν ισχύει πλέον για τους ιδιωτικούς υπαλλήλους ή τους συνταξιούχους δημιουργεί ένα αίσθημα άνισης μεταχείρισης.
Ο βουλευτής υπογράμμισε επίσης την αντίφαση ανάμεσα στις κυβερνητικές διακηρύξεις για μείωση της ανεργίας και ανάκαμψη της οικονομίας, και τη συνεχιζόμενη είσπραξη χρημάτων για την καταπολέμησή της. Αυτή η επιβάρυνση, όπως σημειώνει, πλήττει περαιτέρω το ήδη μειωμένο εισόδημα των δημοσίων υπαλλήλων και εγείρει ερωτήματα σχετικά με τις προθέσεις της πολιτικής ηγεσίας να προχωρήσει στην κατάργησή της.
Συγκεκριμένα, ο κ. Βιλιάρδος έθεσε τρία βασικά ερωτήματα:
- Ποιες είναι οι υπάρχουσες προοπτικές για τη συνέχιση της εισφοράς;
- Υπάρχει χρονοδιάγραμμα για την κατάργησή της και ποιο είναι αυτό;
- Πώς έχουν αξιοποιηθεί τα ποσά που έχουν εισπραχθεί από την εισφορά;
Η Απάντηση του Υπουργείου: Νομικό Πλαίσιο και Δημοσιονομική Στρατηγική
Στην απάντησή του, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών παρέθεσε το νομικό πλαίσιο βάσει του οποίου επιβάλλεται η εισφορά. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στις διατάξεις του άρθρου 38, παρ. 2 του Ν.3986/2011, όπως συμπληρώθηκαν με τις παρ. 3 και 11 του άρθρου 24 του Ν.4002/2011, οι οποίες καθιέρωσαν την ειδική εισφορά αλληλεγγύης 2% επί των τακτικών αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών των μισθοδοτούμενων υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α., καθώς και των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και Ν.Π.Ι.Δ., συμπεριλαμβανομένων των Τραπεζών. Εξαίρεση αποτελεί το προσωπικό που καταβάλλει την εισφορά υπέρ κλάδου ανεργίας βάσει του Ν.Δ. 2961/54.
Το Υπουργείο σημείωσε επίσης την έκδοση της Κοινής Υπουργικής Απόφασης (Κ.Υ.Α.) 2/57654/0022/22-8-2011 και της εγκυκλίου 2/61158/0022/29-8-2011 για την εφαρμογή της διάταξης.
Ωστόσο, όσον αφορά τις προοπτικές και το χρονοδιάγραμμα για την κατάργηση της εισφοράς, η απάντηση ήταν γενικόλογη. Αναφέρθηκε ότι “τα αιτήματα μισθολογικού περιεχομένου που αφορούν όλες τις κατηγορίες προσωπικού της Γενικής Κυβέρνησης εξετάζονται κάθε φορά με βάση την κυβερνητική πολιτική για τους μισθούς και τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας κατά την κατάρτιση του ετήσιου Προϋπολογισμού και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής.” Αυτό σημαίνει ότι η κατάργηση της εισφοράς παραμένει συνάρτηση της γενικότερης οικονομικής πολιτικής και των δημοσιονομικών δεδομένων, χωρίς να δίνονται συγκεκριμένες δεσμεύσεις ή χρονοδιαγράμματα.
Σχετικά με την αξιοποίηση των εισπραχθέντων ποσών, η απάντηση του Υπουργείου δεν παρείχε λεπτομέρειες για το πώς αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί συγκεκριμένα για την καταπολέμηση της ανεργίας.
Τι Μένει για το Μέλλον;
Η απάντηση του Υπουργείου δείχνει ότι, παρά τις διαμαρτυρίες και τις εκκλήσεις για δικαιοσύνη, η ειδική εισφορά αλληλεγγύης 2% προς τους δημοσίους υπαλλήλους παραμένει ένα έσοδο για το κράτος, το οποίο αξιολογείται στο πλαίσιο της συνολικής δημοσιονομικής πολιτικής. Η απουσία συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος για την κατάργηση αφήνει ανοιχτό το ζήτημα της συνέχισης αυτής της επιβάρυνσης, η οποία, όπως τονίζει ο βουλευτής Βιλιάρδος, κρίνεται από πολλούς ως άδικη και αναχρονιστική δεδομένης της σημερινής οικονομικής συγκυρίας.
Μένει να φανεί αν οι πιέσεις από τους αρμόδιους φορείς και τους πολιτικούς θα οδηγήσουν σε αλλαγή της κυβερνητικής πολιτικής στο μέλλον.





