19 Απριλίου, 2026
Άρθρα

Η Σιωπή της Κάλπης

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ο κυρ Βαγγέλης. Ήταν καλός άνθρωπος. Απλοϊκός. Με το μυαλό λιγάκι πιο αργό από των άλλων, μα με καρδιά καθαρή. Ζούσε με τη γυναίκα του και την κόρη του σ’ ένα σπίτι φτωχικό, που ίσα ίσα κρατούσε τον χειμώνα απ’ το κρύο και το καλοκαίρι απ’ τη ντροπή.

Οι συγχωριανοί του τον βοηθούσαν — έτσι έλεγαν. Κάτι ψιλά, κανένα σακί αλεύρι, λίγο λάδι. Για το θεαθήναι. Για να έχουν να λένε πως στάθηκαν δίπλα του. Μα τίποτα δεν δινόταν δωρεάν. Πάντα υπήρχε αντάλλαγμα. Πάντα κάποια «εξυπηρέτηση».

Ήρθε πάλι ο καιρός των εκλογών.

Εκείνη τη μέρα ο κυρ Βαγγέλης φόρεσε το γαμπριάτικο κουστούμι του — το μοναδικό καλό ρούχο που είχε. Ίσιωσε την τραγιάσκα του μπροστά στον καθρέφτη, πήρε τον φάκελο που του έδωσε η κυρά Σούλα και βγήκε στον δρόμο με βήμα περήφανο.

Ήταν από τις λίγες φορές που ένιωθε χρήσιμος. Σαν να τον υπολόγιζε κι αυτόν η πατρίδα.

Στη στροφή τον σταμάτησε ο πρώτος γείτονας.

— Πού πας, βρε Βαγγέλη;

— Να ψηφίσω! είπε και φώτισε το πρόσωπό του.

— Για να δω τι κρατάς;

Χωρίς δεύτερη σκέψη άνοιξε το χέρι του.

Ο γείτονας χαμογέλασε.

— Άστο αυτό. Πάρε καλύτερα τούτο. Αυτός είναι άνθρωπος δικός μας.

Και του έδωσε άλλον φάκελο. Είχε πάρει υπόσχεση. Αν μάζευε ψήφους, θα διόριζαν την κόρη του.

Ο κυρ Βαγγέλης τον ευχαρίστησε. Δεν ήθελε να χαλάσει χατίρι.

Λίγο πιο κάτω, δεύτερος γείτονας.

— Πού πας, κυρ Βαγγέλη;

— Να ψηφίσω, είπε ξανά, με καμάρι.

— Έλα δω. Αυτόν να ρίξεις. Και μετά καφέ από μένα.

Ο φάκελος άλλαξε χέρια.

Κι ύστερα τρίτος.

Και τέταρτος.

Κι από την άλλη γειτονιά.

Κι από το καφενείο.

Κι από το μπακάλικο.

Μέχρι να φτάσει στο εκλογικό κέντρο, ο φάκελος είχε αλλάξει τόσες φορές που ούτε ο ίδιος δεν θυμόταν ποιος ήταν ο τελευταίος.

Μπήκε στο παραβάν.

Έμεινε για λίγο ακίνητος.

Κοίταξε τον φάκελο.

Χαμογέλασε.

Τον έριξε στην κάλπη με περηφάνια.

Γύρισε σπίτι κουρασμένος αλλά ευχαριστημένος.

— Βάλε, γυναίκα, να φάμε.

Η κυρά Σούλα τον κοίταξε αυστηρά.

— Ψήφισες αυτόν που σου είπα; Μην τυχόν και δεν το έκανες. Θα μας βγάλει επίδομα.

Ο κυρ Βαγγέλης την κοίταξε με αληθινή απορία.

— Ό,τι μου έδιναν, αυτό έριξα… Για το καλό μας δεν το ’καναν όλοι;

Έξω, η δημοκρατία είχε μόλις μιλήσει.

Και κανείς δεν άκουσε τι είπε.

Από Βίκυ Μπαϊρακτάρη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *