Πολυτεχνείο 1973: Η φωνή που δεν σιώπης
Σχόλιο της Κορινας Ζολλά
Κάθε Νοέμβρη, η μνήμη επιστρέφει επίμονα στο ίδιο σημείο: στο Πολυτεχνείο, σε εκείνες τις κρίσιμες μέρες του 1973 όπου η Ιστορία άλλαξε πορεία μέσα από τις φωνές, την τόλμη και τη θυσία χιλιάδων νέων ανθρώπων. Δεν είναι απλώς ένα ιστορικό γεγονός· είναι το ζωντανό αποτύπωμα μιας κοινωνίας που αρνήθηκε να συμβιβαστεί με τον φόβο. Είναι μια υπενθύμιση ότι η δημοκρατία δεν έρχεται ποτέ μόνη της – απαιτεί κόστος, επιλογές και, πολλές φορές, θυσίες.
Πενήντα και πλέον χρόνια πέρασαν, όμως το Πολυτεχνείο παραμένει σημείο αναφοράς όχι επειδή το επιβάλλει το τυπικό μιας επετείου, αλλά γιατί κάθε γενιά βρίσκει μέσα σε εκείνες τις μέρες κάτι δικό της· μια αγωνία, μια προσδοκία, μια αδικία που δεν αντέχει άλλο να μένει σιωπηλή. Το Πολυτεχνείο δεν άναψε απλώς έναν σπινθήρα· έγινε σύμβολο ενός διαρκούς αγώνα, ενός αγώνα που δεν σταματά ποτέ, γιατί και οι εποχές ποτέ δεν σταματούν να δοκιμάζουν τα όρια και την αντοχή μας.
Οι φοιτητές, οι σπουδαστές και οι πολίτες που εκείνον τον Νοέμβρη ύψωσαν τη φωνή τους ενάντια στη δικτατορία, δεν είχαν εγγυήσεις, δεν είχαν ασφάλεια, δεν είχαν καμία βεβαιότητα ότι ο αγώνας τους θα έφερνε αποτέλεσμα. Είχαν όμως κάτι πιο ισχυρό: είχαν πίστη. Πίστη ότι η ελευθερία δεν μπορεί να σιωπά, ότι η δημοκρατία αξίζει κάθε κόπο, ότι η αξιοπρέπεια δεν παζαρεύεται. Και αυτή η πίστη είναι που κράτησε όρθια ολόκληρη τη χώρα μέχρι την τελική πτώση της χούντας.
Σήμερα, μισό αιώνα αργότερα, τα συνθήματα εκείνα – «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» – εξακολουθούν να έχουν μια δύναμη που ξεπερνά τις λέξεις. Γιατί δεν περιγράφουν μόνο τα αιτήματα μιας άλλης εποχής, αλλά ακουμπούν πάνω σε διαχρονικές ανάγκες: κοινωνική δικαιοσύνη, πρόσβαση στη γνώση, σεβασμό στη δημοκρατία. Όλα αυτά παραμένουν ζητούμενα και στις μέρες μας, όπου η κοινωνία δοκιμάζεται από ανισότητες, κρίσεις, πολώσεις, θεσμική φθορά και πολλές φορές μια κουρασμένη αίσθηση απάθειας.
Όμως το Πολυτεχνείο έρχεται κάθε χρόνο για να μας ταρακουνήσει. Να μας θυμίσει πως καμία κοινωνία δεν προοδεύει χωρίς τη συμμετοχή των πολιτών της, χωρίς νέο αίμα, χωρίς φωνές που διεκδικούν και δεν διστάζουν να συγκρουστούν με την αδικία. Ο δρόμος προς τη δημοκρατία δεν είναι ποτέ τελειωμένος· είναι ένα έργο σε εξέλιξη, που απαιτεί καθημερινή φροντίδα και υπεράσπιση.
Η παρουσία χιλιάδων ανθρώπων κάθε χρόνο στις πορείες και στις εκδηλώσεις μνήμης δεν είναι τυπική. Είναι μια ζωντανή μαρτυρία ότι ο αγώνας του Πολυτεχνείου συνεχίζει να εμπνέει. Βέβαια, τα γεγονότα δεν συνοδεύονται πάντα από γαλήνη. Συχνά η επέτειος σημαδεύεται από εντάσεις και επεισόδια, μια πραγματικότητα που ανοίγει συζητήσεις. Αυτό όμως που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στον θόρυβο είναι η ουσία: ότι η δημοκρατία είναι πολυφωνία, είναι συμμετοχή, είναι σύγκρουση ιδεών – όχι σιωπή. Η κοινωνική ένταση δεν είναι ξένη προς τη δημοκρατία· η καταπίεση είναι.
Το καθήκον μας, λοιπόν, δεν είναι μόνο να θυμόμαστε τους νεκρούς του Πολυτεχνείου. Είναι να αναμετριόμαστε με το τι σημαίνει σήμερα «ψωμί», τι σημαίνει «παιδεία», τι σημαίνει «ελευθερία». Πώς κατοχυρώνουμε ένα κράτος που λειτουργεί για όλους; Πώς εξασφαλίζουμε ότι η νέα γενιά έχει ευκαιρίες και αξιοπρεπή προοπτική; Πώς προστατεύουμε την παιδεία, όχι μόνο ως θεσμό, αλλά ως πυλώνα δημοκρατίας; Και κυρίως, πώς υπερασπιζόμαστε την ελευθερία σε μια εποχή που κινδυνεύει όχι μόνο από δικτατορίες, αλλά και από αδιαφορία, παραπληροφόρηση, οικονομικές πιέσεις και διχασμούς;
Το Πολυτεχνείο δεν μάς καλεί να αναπολούμε. Μας καλεί να σταθούμε απέναντι στα σημερινά προβλήματα με την ίδια αποφασιστικότητα και την ίδια αίσθηση ευθύνης που είχαν εκείνοι οι νέοι του 1973. Δεν είναι μια γιορτή· είναι μια υπενθύμιση. Μια υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος έχει υποχρέωση – όχι μόνο δικαίωμα – να αγωνίζεται για το δίκιο, να υπερασπίζεται την αλήθεια, να διεκδικεί τη θέση του σε μια κοινωνία που τον σέβεται και τον ακούει.
Σε μια εποχή που όλα τρέχουν γρήγορα και η μνήμη κινδυνεύει να γίνει επιφανειακή, το Πολυτεχνείο λειτουργεί ως αγκυροβόλιο. Μας υποχρεώνει να θυμηθούμε ποιοι είμαστε, πόσο εύθραυστη μπορεί να γίνει η δημοκρατία και πόσο μεγάλη σημασία έχει ο συνειδητός πολίτης. Μας υπενθυμίζει ότι η ελευθερία δεν είναι δώρο – είναι ευθύνη. Και ότι η κοινωνική δικαιοσύνη δεν έρχεται ποτέ από μόνη της – χρειάζεται ανθρώπους που δεν φοβούνται να σηκώσουν το βάρος της.
Και κάπου εκεί, μέσα στη σιωπή που ακολουθεί κάθε αναμέτρηση με την Ιστορία, αντηχούν ξανά τα λόγια του Τάσου Λειβαδίτη. Λόγια που δεν λειτουργούν απλώς ως ποιητικό κλείσιμο, αλλά ως ηθική παρακαταθήκη. Λόγια που, όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές, εξακολουθούν να δείχνουν τον δρόμο:
«Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δε θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι
για την ειρήνη και για το δίκιο.
(…)
Και πρόσεξε: μην ξεχαστείς ούτε στιγμή





