1 Ιουλίου, 2022
Άρθρα

Τίτλος Ουκρανία σημείο στρατηγικής σύγκρουσης Χαλκιδική εσωτερικά

Θεωρείτε ότι ο Πούτιν έχει καταπατήσει το Διεθνές δίκαιο  ;

Η χρήση βίας, οπωσδήποτε και αν χαρακτηρίζεται, απαγορεύεται από το διεθνές δίκαιο (άρ. 2 παρ. 4 Χάρτη ΟΗΕ), εκτός αν πρόκειται περί νομίμου αμύνης (άρ. 51 Χ/ΟΗΕ).

Η νομιμότητα της αναγνώρισης των αποσχιστικών περιοχών Donetz και Luhansk αμφισβητείται. Οι Δυτικοί υποστηρίζουν ότι πρόκειται για παραβίαση της ανεξαρτησίας και ανάμιξη στις εσωτερικές υποθέσεις της Ουκρανίας που είναι ανεξάρτητο κράτος, μέλος του ΟΗΕ. Η Ρωσία και οι αποσχιστικές περιοχές ισχυρίζονται ότι πρόκειται για άσκηση δικαιώματος αυτοδιάθεσης. Τέτοι δικαίωμα δεν δικαιολογεί κατ’ αρχήν την απόσχιση από κυρίαρχο κράτος. Το «προηγούμενο» του Κοσόβου δεν επηρέασε τη διεθνή νομιμότητα, ούτε καλύπτει νέες ενδεχόμενες παρανομίες.

Εν τούτοις, η επίκληση του δικαιωματος καθ’ εαυτού δεν είναι παράνομη. Στην περίπτωση αυτή, τρίτα κράτη, όπως η Ρωσία, μπορούν να προβούν σε αναγνώριση. Κινούμαστε επό ολισθηρού νομικού εδάφους.

Το πρόβλημα, όμως, τώρα πια, δεν είναι η νομιμότητα ή μη της απόσχισης ή της αναγνώρισης, αλλά η χρήση βίας που, όπως, είδαμε, είναι αντίθετη με το ΔΔ. Κάτι περισσότερο: είναι αντίθετη με τον οικουμενικό πολιτισμό μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Η Ρωσία αποφεύγει τη χρήση του όρου «πόλεμος» ή «ένοπλη σύγκρουση» και προβάλλει το νεολογισμό «ειδική στρατιωτική επιχείριση». Αδιάφορο. Η χρήση βίας στις σχέσεις μεταξύ κρατών απαγορεύεται. Τελεία!

Ουδείς επιτέθηκε στη Ρωσία. Συνεπώς, είναι άσκοπο να μιλάμε για άμυνα.

Παρά τις καθημερινές σχεδόν βίαιες αντιπαραθέσεις μεταξύ των στρατιωτικών δυνάμεων της Ουκρανίας και των ενόπλων σχηματισμών στις αποσχιστικές περιοχές που έχουν στοιχίσει θύματα, δεν πραγματοποιούνται «μαζικές εκκαθαρίσεις», «σφαγές» ή «γενοκτονία» στις αποσχιστικές περιοχές. Συνεπώς, η Ρωσία δεν πραγματοποιεί «ανθρωπιστική επιχείριση» ή «ανθρωπιστική επέμβαση», ούτε ασκεί κάποιο «δικαίωμα προστασίας» πολιτών της. Πρόκειται περί «ενόπλου επιθέσεως». Τελεία και εδώ!

Θα μπορούσε να αλλάξει το καθεστώς στην Ουκρανία με διαφορετικό τρόπο;Τι ακριβώς θέλει ο Πούτιν;

Γιατί να αλλάξει το καθεστώς στην Ουκρανία; Υπάρχει στη χώρα «δημοκρατικο έλλειμμα», δρουν φασιστικές και νεοναζιστικές ομάδες, παρατηρείται καταπίεση και προσβολή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κυριαρχεί μια πλουτοκρατική ολιγαρχία και αυξάνεται η φτώχεια, αλλά αυτά αποτελούν φαινόμενα που «ευδοκιμούν» παντού, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Δεν πρόκειται να διορθωθούν με μια ευρεία στρατιωτική επιχείριση μιάς τρίτης δύναμης. Η Ρωσία έχει πολλά να διορθώσει η ίδια στο εσωτερικό της και δεν μπορεί να δίνει μαθήματα πολιτειακής οργάνωσης σε άλλα κράτη. Όπως ουδείς άλλωστε. Όλοι έχουν «σκελετούς κρυμμένους στη ντουλάπα» και καλά θα κάνουν να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση, προτού δείξουν τους άλλους με το δάκτυλο!

Η απάντηση στο ερώτημα «τι ακριβώς θέλει ο Πούτιν;» είναι πολύ πιο σύνθετη. Η εύκολη απάντηση είναι, «ουδείς γνωρίζει, ίσως ούτε ο ίδιος». Η Δύση βρήκε την ευκαιρία να επαναφέρει την ψυχροπολεμική ρητορεία που εστιάζει στη φιλοδοξία του Ρώσου προέδρου για «ανασύσταση της αυτοκρατορίας», στο «άγχος» του για απώλεια της εξουσίας και την ανάγκη να στρέψει το ενδιαφέρον του ρωσικού λαού στον πόλεμο, ώστε να λησμονήσει τα εσωτερικά δεινά. Σε κάποιο βαθμό μπορεί να είναι έτσι. Δεν είναι, όμως, αυτή η αποφασιστική προσέγγιση, όσο κι αν αυτό «βολεύει» και συσπειρώνει τη Δύση.

Για να καταλάβουμε τους πραγματικούς λόγους που ωθούν το Ρώσο πρόεδρο στη «σκληρή» στάση του, είναι αναπόφευκτο να ανατρέξουμε σε σημαντικούς σταθμούς της ρωσικής ιστορίας. Η «ιερή ρωσική γη» υπέστη εισβολές από τη Σουηδία του Καρόλου ΧΙΙ που απέκρουσε ο Μέγας Πέτρος στην περίφημη μάχη της Πολτάβα (1709), από τη Γαλλία του Βοναπάρτη (1812) και από τη ναζιστική Γερμανία (1941), ενώ οι δυτικές δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία και Αυστρία), παρά την κατά καιρούς πρόσκαιρη συνεργασία και συμμαχία μαζί της, τη θεωρούσαν ως «οπισθοδρομική» και «βάρβαρη» και την αντιμετώπιζαν ως «εχθρό» και «απειλή».

Λόγω και της δυσκολίας προστασίας των δυτικών συνόρων τους, οι Ρώσοι έχουν γαλουχηθεί με το σύνδρομο της εξωτερικής απειλής (που καταλαμβάνει το σύνολο του εδάφους τους) και την επιταγή αναζήτησης «στρατηγικού βάθους», μιάς εδαφικής ζώνης δηλαδή που δεν θα ελέγχεται από τους δυνάμει αντιπάλους τους και η οποία θα απορροφήσει τουλάχιστον τα πρώτα κύματα μιάς εξωτερικής επίθεσης (“buffer zone”). Μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο αυτή η ζώνη ήταν, αφενός οι βαλτικές χώρες και η Ουκρανία, αφετέρου, τα κράτη του «Συμφώνου της Βαρσοβίας». Η διάλυση της ΕΣΣΔ είχε ως συνέπεια να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους 14 σοβιετικές δημοκρατίες και να χαθεί η «ασπίδα προστασίας» για τη Ρωσία.

Είναι γνωστό ότι η Δύση αντιμετώπισε τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου όχι ως ευκαιρία για μια νέα συμμετοχική τάξη πραγμάτων και αρχιτεκτονική ασφαλείας στην Ευρώπη, αλλά για να προβάλει τη «νίκη» της επί της ΕΣΣΔ και να εδραιώσει τα πολιτικά, στρατηγικά και οικονομικά της συμφέροντα. Η συμφωνία 2+4, ο Χάρτης των Παρισίων, η θεσμική αναβάθμιση της «Διάσκεψης για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη» με τη μετατροπή του σε διεθνή οργανισμό και αργότερα η ίδρυση του «Συμβουλίου ΝΑΤΟ-Ρωσίας» (2003) ήταν απλώς μια «διακοσμητική» κάλυψη της νέας στρατηγικής πραγματικότητας που διαμορφώθηκε στην ήπειρο και χαρακτηριζόταν από την επικράτηση των δυτικών απόψεων σε όλους τους τομείς, τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ και τον εξοστρακισμό της Ρωσίας από τους πραγματικούς θεσμούς λήψεως αποφάσεων. Ας μην μιλήσουμε εδώ για παραβιάσεις «συμφωνιών κυρίων» ότι δεν θα γίνει διεύρυνση του ΝΑΤΟ «ούτε για μια σπιθαμή»: συνάπτονται πολλές «συμφωνίες», αλλά λίγοι είναι οι «κύριοι».

Η Ρωσία δεν αντέδρασε στον «εκδυτικισμό» της Ευρώπης και στην «άφιξη» της Συμμαχίας στα σύνορά της, ούτε στην εγκατάσταση στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ σε χώρες της Κεντρικής Ασίας μετά την «9/11». Κατά τα λοιπά, η εποχή Jelzin μας διδάσκει πολλά.

Με τον πρόεδρο Πούτιν τα πράγματα άλλαξαν. Χάθηκε ο «φίλος» του Προεδρου Clinton. Βεβαίως η Ρωσία δεν κατέστη δημοκρατική χώρα, ούτε άλλαξε το κοινωνικό της καθεστώς. Βελτιώθηκε, όμως, η καθημερινή ζωή των Ρώσων και μπήκε κάποια τάξη στις υποθέσεις του κράτους. Η νέα ρητορική έδωσε έμφαση στην «κυρίαρχη δημοκρατία» και στην «κάθετη οργάνωση της εξουσίας». Στον εξωτερικό τομέα δόθηκε έμφαση στην προάσπιση των ρωσικών συμφερόντων και στην άρση των «ασυμμετριών» της πρώτης ματασοβιετικής περίοδου. Για πρώτη φορά ο Πούτιν έθεσε το ζήτημα στη Διάσκεψη του Μονάχου το 2007 («κατά τίνος απευθύνεται η διεύρυνση του ΝΑΤΟ;») και έδειξε την αποφασιστκότητά του κατά την κρίση της Γεωργίας του 2008 και της Ουκρανίας το 2014. Ήταν επίσης σαφής στα μηνύματά του καθ’ όλη την περίοδο που προηγήθηκε της εισβολής.

Η Δύση δεν κατάλαβε και προφανώς δεν ήθελε να καταλάβει. Τόσο στα «μηνύματα» όσο και στη δράση της Ρωσίας απαντούσε με απειλές περί κυρώσεων, όπως ο δάσκαλος που απευθύνεται στον απείθαρχο μαθητή. Στις διεθνείς σχέσεις τα πράγματα είναι πιο σοβαρά. Η Ρωσία δεν ζήτησε αναθεώρηση του εδαφικού χάρτη της Ευρώπης, δεν ζήτησε νέο έδαφος. «Έχουμε αρκετό» είχε δηλώσει πριν από χρόνια ο Ρώσος πρόεδρος. Η Ρωσία ζήτησε αναθεώρηση των στρατηγικών διευθετήσεων – απλά: να μην απειλείται η ασφάλειά της. Όταν η Δύση υπογραμμίζει την «ήττα» της ΕΣΣΔ και τη δική της νίκη, όταν είναι σαφές από τη διάταξη των ενόπλων δυνάμεων και την εγκατάσταση οπλικών συστημάτων ότι το ΝΑΤΟ αντιμετωπίζει τη Ρωσία ως στρατηγικό αντίπαλο και δεν προτίθεται να δεχτεί ή να αναλάβει πρωτοβουλία για τη συνολική ευρωπαϊκή ασφάλεια, δεν πρέπει να εκπλήσσει ότι η Ρωσία αντέδρασε. Βίαια και σκληρά είναι αλήθεια, αλλά περί αντι-δράσεως πρόκειται.

Ποιες οι επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία;

Η Ελλάδα συμμετέχει σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία και υφίσταται και τις θετικές και τις αρνητικές συνέπειες. Επισημαίνω ότι υφιστάμεθα ταυτόχρονα την παγκόσμια οικονομική κρίση, την προσφυγική κρίση, την ενεργειακή κρίση (ανεξάρτητα από τον πόλεμο), την πανδημία και τώρα τη ρωσική επίθεση κατά της Ουκρανίας. Είναι φανερό ότι αυτό θα έχει επιπτώσεις στον τρόπο ζωής μας γενικά, στην παραγωγή, στις μεταφορές και τα εισοδήματα. Τόσος ο πόλεμος καθ’ εαυτός όσο και ο συνδυασμός όλων των παραπάνω μεταβολών θα επηρεάσουν τη ζωή και το πορτοφόλι μας. Βλέπουμε ήδη ότι το κόστος των καυσίμων έχει αυξηθεί, ενώ αναμένονται περαιτέρω αυξήσεις σε είδη πρώτης ανάγκης, ειδικότερα στα άλευρα και στα προϊόντα που παράγονται με βάση αυτά. Τέλος, το κόστος των μεταφορών έχει ανέβει, πράγμα που επηρεάζει τις τιμές των λοιπών προϊόντων.

Πώς κρίνετε την στάση  της Ελλάδας και ιδιαίτερα τώρα που έστειλε και πολεμικο εξοπλισμό  προς στήριξη της Ουκρανίας;

Η Ουκρανία υφίσταται επίθεση και έχει ανάγκη από την αλληλεγγύη μας. Η αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας αποτελεί ηθικό καθήκον. Λόγω των προσφάτων συμφωνιών με τις ΗΠΑ αλλά και ως μέλος του ΝΑΤΟ εμπλεκόμεθα στην κρίση. Είναι σφόδρα πιθανόν να διέλθουν από το λιμενα της Αλεξανδρούπολης αμερικανικά στρατεύματα προς ενίσχυση των βαλκανικών μελών του ΝΑΤΟ. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε, αν θέλουμε να διατηρήσουμε την αξιοπιστία μας. Θα διαφωνούσα, όμως, με την αποστολή έμψυχου στρατιωτικού δυναμικού ή στρατιωτικού υλικού πλην υγειονομικού. Ναι μεν είναι σαφές «σε ποιά συμμαχία ανήκουμε», αλλά η άλλη πλευρά, η Ρωσία, δεν μας απειλεί, είχαμε μέχρι πρόσφατα πολύ καλές σχέσεις και εκεί διαβιοί μεγάλος αριθμός ομογενών. Υπάρχουν οι επιταγές του σήμερα, αλλά ας μην ξεχνάμε την «επόμενη μέρα».

Δεν μπορω να συγκρατήσω δυο λόγια για τη διπλωματική αντιπαράθεση Ελλάδος-Ρωσίας για το λυπηρό γεγονός του θανάτου Ελλήνων στη Μαριούπολη. Το ΥΠΕΞ διαμαρτυρήθηκε έντονα στην εδώ ρωσική Πρεσβεία και αυτή απάντησε με μια θρασεία δήλωση που δείχνει αγανάκτηση αλλά και έλλειψη σεβασμού – για διπλωματικό κείμενο δύσκολα αποδεκτό. Αν η μετάδοση από τα κρατικά ΜΜΕ είναι ακριβής, ερωτάται, αν αποδίδουμε στη Ρωσία «δολοφονία» των Ελλήνων ή αν πρόκειται για «παράπλευρη απώλεια» μιάς στρατιωτικής επιχείρησης (οι άνθρωποι βρέθηκαν σε λάθος χρόνο στο λάθος τόπο) που δικαιολογεί έκκληση για περάτωση του πολέμου αλλά όχι την ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα. Από την άλλη πλευρά, η ρωσική Πρεσβεία υπερέβη τα όρια νομίμου και αξιοπρεπούς δράσεως στη χώρα διαπίστευσης.

Τι θα έπρεπε να κάνει η Ελλάδα για  τους ομογενείς στην Ουκρανία  και δεν έκανε

Η μέριμνα για την ομογένεια αποτελεί συνταγματική επιταγή. Από τη δεκαετία του 1980 έχει υιοθετηθεί πολιτική «επαναπατρισμού» (για τους πολιτικούς πρόσφυγες) και «παλιννόστησης» (για όσους κατοικούσαν επί μακρόν στη Ρωσία και την ΕΣΣΔ). Έχουν γραφεί πολλά για την αντιμετώπιση των ομογενών στο πλαίσιο των δύο αυτών πολιτικών, θετικά και αρνητικά, και δεν έχει νόημα να επανέλθουμε. Πολλοί ομογενείς έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα και εργάζονται, άλλοι έμειναν στις χώρες καταγωγής και επισκέπτονται ελεύθερα την Ελλάδα, άλλοι μοιράζουν τις δραστηριότητές τους ανάμεσα στις δύο χώρες. Μετά την οικονομική κρίση του 2008 παρατηρήθηκε το φαινόμενο της «αντίστροφης παλιννόστησης», επιστροφή δηλ. Ελλήνων ομογενών που είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, στις χώρες καταγωγής τους προς ανεύρεση εργασίας.

Όσον αφορά την προστασία των Ελλήνων της Ουκρανίας που δοκιμάζονται από τον πόλεμο, το ΥΠΕΞ έχει λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα και έχει εκπονήσει σχέδιο εκκένωσης των περιοχών. Απεστάλησαν μάλιστα και εξόχως ικανά στελέχη, διπλωμάτες, για να το υλοποιήσουν.

Είστε ικανοποιημένος από τον τρόπο που μεταδίδονται οι ειδήσεις στα ελληνικά ΜΜΕ;

Παρακολουθώ τις ειδήσεις από τα κρατικά κανάλια, τα ιδιωτικά μου προκαλούν γενικώς κάποια σύγχυση. Αυτό βέβαια δεν έχει σημασία, δικό μου πρόβλημα:

Υπάρχει ευρεία κάλυψη των γεγονότων, αυτό είναι αλήθεια. Οι επί τόπου ανταποκριτές μεταδίδουν τα γεγονότα, όπως τα βλέπουν.

Ενώ οι ειδήσεις από την Ουκρανία, την Ευρώπη και τις ΗΠΑ είναι «πλούσιες», οι ειδήσεις από τη Ρωσία είναι περιορισμένες. Επί πλέον, οι απόψεις της Ρωσίας περισσότερο προκύπτουν από την κριτική και την καταδίκη, καθώς και από τις υποθέσεις των σχολιαστών περί των προθέσεων και στόχων της Ρωσίας παρά από το στόμα Ρώσων ειδικών. Υπάρχουν και εκεί αξιόλογοι ανθρωποι και δεν είναι όλοι όργανα του Πούτιν.

Δεν ακούστηκαν οι απόψεις των Ρώσων στις αποσχιστικές περιοχές και των Ρώσων στη Ρωσία. Αναφορά έγινε μόνο σε διαδηλώσεις κατά του πολέμου (ορθώς!) και στη βίαιη αντίδραση των αρχών, όχι, όμως, στην εμπειρία και τις σκεψεις των άλλων. Δημοσίευσα στο Facebook τα σχόλια μιάς φίλης που έχει ζήσει και στην Ουκρανία και τη Ρωσία.

Οπως και σε άλλες περιπτώσεις, τα ελληνικά, αλλά και τα δυτικά ΜΜΕ μεταδίδουν μονομερείς, συναισθηματικά φορτισμένες ειδήσεις που δεν δίδουν την ακριβή εικόνα των πραγμάτων.

Γενικά, σε περιπτώσεις κρίσεως, όπως και στην περίπτωση της Γιουγκοσλαυίας, δεν είναι διακριτό πού τελειώνει η ενημέρωση και πού αρχίζει η προπαγάνδα. Ας μην ξεχνάμε ότι η τελευταία δεν αλλοιώνει την αλήθεια, αλλά προβάλλει τη «δική μας» αποσιωπώντας αυτή των των άλλων.

Θεωρείτε πως η Τουρκία πατάει σε δύο βάρκες ότι δεν θα κλείσει τα στενά με αντάλλαγμα ίσως τα νησιά η το μισό Αιγαίο;

Καλόν είναι να μην συγχέουμε τα πράγματα.

Η Τουρκία ακολουθεί μια δυναμική εξωτερική πολιτική εστιασμένη στα εθνικά της συμφέροντα. Συμμετέχει στους δυτικούς οργανισμούς ασφαλείας – κατά τη γνώμη μου, λιγότερο για να αποκρούσει εξωτερικό κίνδυνο (έχει αρκετές δυνάμεις η ίδια) και περισσότερο για να συμβάλει και ελέγξει το είδος της τάξεως που θα επικρατησει στην περιοχή της «Μεγάλης Μέσης Ανατολής», μιάς περιοχής που κατά τη νεότερη προσέγγιση εκτείνεται από το Πακιστάν μέχρι το Μαρόκο. Δεν φαντάζομαι Τούρκο πολιτικό να λέει «ανήκομεν εις της Δύσιν» με την έννοια που δίνει το δικό μας πολιτικό σύστημα στον όρο: ότι ακολουθούμε δηλαδή απαρεγκλίτως τις δυτικές επιλογές χωρίς ευελιξία και χωρίς να έχουμε ως θεμελιώδες κριτήριο αυτό που κρίνουμε ότι είναι το «εθνικό μας συμφέρον».

Η εξωτερική πολιτική και η διπλωματία του εθνικού κράτους, μια και οι απόψεις για παγκόσμια διακυβέρνηση και διεθνούς κοινότητας αποδείχτηκαν λίγο-πολύ ως ουτοπίες (δυστυχώς!), είναι πολιτική μιάς βάρκας – της εθνικής – και πολλών πλοιαρίων – των επί μέρους ειρηνικών συνεργασιών και συμμαχιών για τη μεγιστοποίηση του εθνικού συμφέροντος. Η ευελιξία, η δυνατότητα να αποκομίσουμε όφελος από πολλαπλές πηγές αποτελεί μια από τις αρετές αυτής της προσέγγισης. Προσοχή: δεν εννοώ να αλλάζουμε προσανατολισμό ή να αναθεωρούμε τις θεμελιώδεις επιλογές μας χωρίς μελέτη σε καθημερινή βάση. Αλλά, οπως λένε οι Γερμανοι: «δεν τρώμε το φαγητό μας όσο καυτό μας το σερβίρουν». Ούτε είμαστε δογματικά προσηλωμένοι σε αρχές που τηρούνται μόνο όταν υπάρχει όφελος.

Ένα άλλο ζήτημα είναι η «γλώσσα» της διπλωματίας, ο κατάλληλος χειρισμός της οποίας μας βγάζει από αδιέξοδα – τουλάχιστον κερδίζουμε χρόνο. Η Συνθήκη του Montreux υποχρεώνει την Τουρκία να κλείνει τα Στενά σε περίπτωση πολέμου. Είδατε, ποιό ερώτημα πρόβαλαν οι Τούρκοι: «αποτελεί η <<ειδική στρατιωτική επιχείριση>> των Ρώσων πόλεμο»; Το εξετάζουν! Εξ άλλου, η Συνθήκη επιβάλλει στην Τουρκία να επιτρέψει την επιστροφή των ρωσικών πλοίων στη βάση τους. Ποιός γνωρίζει, ποιά είναι η βάση;

Δεν νομίζω ότι η στάση της Τουρκίας στα Στενά και στο Ουκρανικό συνδέεται με τις απαιτήσεις της στο Αιγαίο. Αυτό είναι άλλο ζήτημα. Η Τουρκία ενισχύει το γεωπολιτικό της ρόλο. «Λέει» ότι καταδικάζει τη Ρωσία και υποστηρίζει την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας, δεν «κάνει» όμως κάτι για να αποδείξει εμπράκτως, ποιά είναι η θέση της. Αυτό θα συνεχιστεί, μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο και να φανεί ποιός θα επικρατήσει.

Μήλο της έριδος η Ουκρανία για Ρωσία και ΗΠΑ  θεωρείται ότι θα ξεκινήσει παγκόσμιος πόλεμος;

Η Ουκρανία δεν είναι «μήλο της έριδος», είναι σημείο στρατηγικής σύγκρουσης που θα έπρεπε να έχει προβλεφτεί και να διευθετηθεί πριν από τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Κατ’ αρχήν η ανεξαρτησία της Ουκρανίας γίνεται δεκτή από όλες τις πλευρές. Μόνο ο Πρόεδρος Πούτιν φάνηκε με τα άρθρα και τις δηλώσεις του να την αμφισβητεί. Θα μπορούσε να έχει δίκιο, αλλά δεν χρειάζεται «βουτιά στην ιστορία» για να διαπιστωσουμε το αυτονόητο: κριτήρια ιστορίας και πολιτισμού δεν είναι ικανά να ανατρέψουν το εδαφικό καθεστώς ενός κράτους – «μια φορά κράτος, για παντα κράτος» – ούτε να δικαιολογήσουν ένοπλη επίθεση ή προσβολή της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας. Η Ουκρανία είναι «μήλο» που το τρώνε οι Ουκρανοί. Τελεία!

Από την άλλη πλευρά, ουδέν κράτος επιτρέπεται να απειλεί, έστω δυνητικά, την ασφάλεια άλλου. Εδώ έγκειται ο μεγάλος ρόλος της διπλωματίας που αγωνίζεται να βρει μια βιώσιμη λύση και ένα δίκαιο συμβιβασμό σε όλα τα προβλήματα. Η διπλωματία είναι το αντίθετο του πολέμου.

Ο Πρόεδρος Πούτιν φαίνεται ότι έκανε το πρώτο βήμα για μια παγκόσμια σύγκρουση θέτοντας σε ετοιμότητα το πυρηνικό οπλοστάσιο της Ρωσίας. Έχει υπογράψει, μαζί με άλλες πυρηνικές δυνάμεις, δήλωση ότι η Ρωσία δεν θα κάνει πρώτη χρήση πυρηνικών όπλων. Αυτό παραμένει σε ισχύ. Το Διεθνές Δικαστήριο δικαιολογεί τη χρήση πυρηνικών όπλων μόνο ως εσχάτη λύση, σε περίπτωση που απειλείται η ίδια η ύπαρξη του κράτους. Δεν βρισκόμαστε στο σημείο αυτό.

Με κάποια επιφύλαξη – μια και ένα μπορείς να προβλέψεις ότι ουδέν μπορείς να προβλέψεις – υποστηρίζω ότι τόσο η δήλωση Πούτιν ότι όποιος εμποδίσει τη Ρωσία θα υποστεί «φρικτες» συνέπειες, όσο και η θέση των πυρηνικών όπλων σε ετοιμότητα έχουν ως στόχο να αποτρέψουν επίθεση κατά του ρωσικού εδάφους.

Δεν είμαι ψυχολόγος για να ερμηνεύσω τη στάση αυτή. Είναι επικίνδυνη. Διαβλέπει ο Ρώσος Πρόεδρος μια τέτοιας έκτασης στρατηγική απειλή κατά της χώρας του; Ή έχει καταληφθεί από υστερία; Το πρώτο ενδεχόμενο είναι υπερβολικό και δεν δικαιολογείται από την πραγματικότητα. Όλοι καταδικάζουν τη Ρωσία, αλλά ουδείς σκέπτεται να επιχειρήσει επίθεση κατ’ αυτής. Το δεύτερο είναι όντως “horrible”.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.