Επιχειρήσεις της Χαλκιδικής και Αγρότες θέλουν ενίσχυση
Την αύξηση σε 120 δόσεις για εξόφληση οφειλών ζητάει ο επιχειρηματικός κόσμος
Σε… τεντωμένο σκοινί βαδίζουν πλέον, λόγω της ενεργειακής κρίσης και των διαρκών ανατιμήσεων στις πρώτες ύλες, τόσο ο επιχειρηματικός όσο και ο αγροτοκτηνοτροφικός κόσμος της χώρας, οι οποίοι δέχονται ισχυρά πλήγματα.
Μέτρα έχουν ληφθεί από την Κυβέρνηση, ενώ ήδη εξαγγέλθηκαν και πρόσθετα, όμως παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι δεν επαρκούν για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα το οποίο διογκώνεται. Καλούν λοιπόν για πιο δραστικές παρεμβάσεις, με τον Πρόεδρο του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών να επιμένει στη σημασία της αύξησης σε 120 των δόσεων για την εξόφληση των οφειλών της πανδημικής περιόδου. Πρόκειται για μέτρο το οποίο ζητούν επίμονα και επαγγελματίες της Χαλκιδικής, αλλά και οι φορείς των αγροτών και κτηνοτρόφων, κρούοντας το «καμπανάκι» του κινδύνου για το μέλλον του πρωτογενούς τομέα παραγωγής.
Στα μέτρα που λαμβάνει η Πολιτεία αναφέρθηκε εκτενώς ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Γ. Οικονόμου δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στη ρύθμιση για επιστροφή των υπερκερδών από τις εταιρίες ενέργειας.
Θετικά βήματα, αλλά…
Ακάθεκτο συνεχίζεται το μπαράζ ανατιμήσεων σχεδόν σε όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες στη χώρα μας. Το γεγονός αυτό προκαλεί «πονοκέφαλο» σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με την κυβέρνηση να εξαγγέλλει επιπλέον μέτρα στήριξης, τα οποία όμως δεν μοιάζουν ικανά να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το πρόβλημα.
Είναι χαρακτηριστικά ως προς την κατάσταση που επικρατεί σήμερα τα όσα αναφέρει σε γραπτή του δήλωση ο Πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών Γιάννης Χατζηθεοδοσίου. Όπως τονίζει, κάθε παρέμβαση από πλευράς της Πολιτείας που στοχεύει στο να μπει κάποιο «φρένο» στην ακρίβεια είναι θετική, όμως το θέμα είναι αν τέτοιες δράσεις μπορούν να αντιστρέψουν την κατάσταση και κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από πουθενά.
Σύμφωνα με τον κ. Χατζηθεοδοσίου μεταξύ των μέτρων που εξαγγέλθηκαν ήταν και η αύξηση του αριθμού των δόσεων για την επιστροφή των Επιστρεπτέων Προκαταβολών. Πρόκειται, όπως τονίζει, για θετικό βήμα, αλλά είναι αμφίβολο αν μπορεί πραγματικά να λύσει το πρόβλημα ενός μικρομεσαίου που βλέπει το λειτουργικό κόστος της επιχείρησής του να αυξάνεται διαρκώς και τον τζίρο του να μειώνεται εξαιτίας της συρρίκνωσης των εισοδημάτων των καταναλωτών και της γενικότερης ανασφάλειας που υπάρχει.
Με 120 δόσεις…
Τι μπορεί να κάνει λοιπόν η Κυβέρνηση για να στηρίξει τον πληττόμενο από την ενεργειακή κρίση επιχειρηματικό κόσμος της χώρας; Όπως υπογραμμίζει ο κ. Χατζηθεοδοσίου «αυτή την κρίσιμη ώρα απαιτούνται στοχευμένες ενέργειες για να αντέξουν οι επιχειρήσεις. Είναι ξεκάθαρο ότι τα δημοσιονομικά περιθώρια είναι περιορισμένα, όμως εκτιμώ ότι η κυβέρνηση μπορεί να προχωρήσει στην αύξηση των δόσεων στις 120 για την εξόφληση των οφειλών της πανδημικής περιόδου».
Σύμφωνα με τον ίδιο, «μία τέτοια απόφαση θα δώσει σημαντική «ανάσα» στην επιχειρηματικότητα και θα μειώσει κάπως την πίεση που υφίσταται η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων. Παράλληλα, θα συνεχίσουν –έστω και σε βάθος χρόνου- να ενισχύσουν τα δημόσια έσοδα. Γιατί αν οδηγηθούμε σε μαζικά «λουκέτα» εξαιτίας της αδυναμίας των επιχειρήσεων να παραμείνουν ανοιχτές, το κράτος θα σταματήσει να εισπράττει από όλους αυτούς που δεν θα αντέξουν».
Καταλήγοντας στη δήλωσή του ο Πρόεδρος του ΕΕΑ επισημαίνει πως «λύσεις όπως η έκτακτη φορολόγηση των υπερκερδών των εταιρειών ενέργειας που ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός ή κάποιο πακέτο στήριξης που ελπίζουμε να αποφασισθεί στις Βρυξέλλες, είναι κάτι παραπάνω από αναγκαίες. Όμως απαιτούν χρόνο για την υλοποίησΉ τους. Και η αγορά επείγεται να δει άμεσα κάποια έμπρακτη στήριξη».
Οι αγροτοκτηνοτρόφοι
Η ρύθμιση των χρεών προς την Εφορία και τα ασφαλιστικά Ταμεία σε 120 δόσεις δεν αποτελεί αίτημα μόνο του επιχειρηματικού κόσμου αλλά και του αγροτοκτηνοτροφικού.
Έκκληση προς την Κυβέρνηση να ενταχθούν στη συγκεκριμένη ρύθμιση, όπως έγινε και το 2019, απευθύνουν και οι φορείς γεωργών, κτηνοτρόφων και πτηνοτρόφων επικαλούμενοι την εκτίναξη του κόστους παραγωγής εξαιτίας της ενεργειακής κρίσης και των απανωτών ανατιμήσεων στις ζωοτροφές και τις υπόλοιπες πρώτες ύλες, που δεν τους επιτρέπει να είναι εντάξει στις οφειλές τους. Όπως επισημαίνουν, αν δεν ληφθούν άμεσα δραστικά μέτρα ο αγροτοκτηνοτροφικός κλάδος θα οδηγηθεί σε συρρίκνωση καθώς πολλοί παραγωγοί θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τη δραστηριότητά τους, με ό,τι θα σημάνει αυτό για την οικονομία της χώρας.
Η μεγαλύτερη δοκιμασία!
«Ζούμε τη μεγαλύτερη δοκιμασία μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η κατάσταση, δυστυχώς, δεν μοιάζει να εξομαλύνεται στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα», τόνισε χθες κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Γιάννης Οικονόμου, κάνοντας παράλληλα αναφορά στα μέτρα που λαμβάνει η Κυβέρνηση για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Ο κ. Οικονόμου αναφέρθηκε στην απόφαση για μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 13% συγκριτικά με πέρυσι και μίλησε για τη διάταξη που θα εισαγάγει η Κυβέρνηση, με βάση την οποία το 90% των υπερκερδών των εταιρειών ενέργειας θα επιστραφεί στο Ελληνικό Δημόσιο. «Καμία Κυβέρνηση στην Ευρώπη, μέχρι σήμερα, δεν έχει εισπράξει ούτε ένα ευρώ, από οποιαδήποτε φορολόγηση υπερκερδών για τον απλούστατο λόγο ότι κανείς ακόμα δεν έχει προσδιορίσει ακριβώς τα υπερκέρδη αυτά», σημείωσε.
Αυστηροί έλεγχοι
Ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος έκανε αναφορά στους ελέγχους που γίνονται στην αγορά για φαινόμενα κερδοσκοπίας μέσω των οποίων έχουν ήδη βεβαιωθεί 841 παραβάσεις και έχουν βεβαιωθεί πρόστιμα σχεδόν 500.000 ευρώ, τονίζοντας πως αυτοί θα συνεχιστούν, χωρίς καμία ανοχή.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στις ρυθμίσεις που ψηφίστηκαν προχθές, οι οποίες προβλέπουν στενή παρακολούθηση των αποθεμάτων σε επτά κατηγορίες προϊόντων και συγκεκριμένα, σε λιπάσματα, ζωοτροφές, ωμά δημητριακά παντός είδους, άλευρα, ηλίανθο και φυτικά έλαια εκτός από το ελαιόλαδο και ιδίως ηλιέλαιο, φοινικέλαιο και αραβοσιτέλαιο.
«Η Κυβέρνηση, όπως απέδειξε και στην έναρξη της πανδημίας, αλλά και στην έναρξη της κρίσης ενέργειας, λειτουργεί έγκαιρα και προληπτικά, στο πλαίσιο μιας μετρημένης και νοικοκυρεμένης διακυβέρνησης. Προετοιμαζόμαστε για παν ενδεχόμενο και δεν ακολουθούμε απλά τις εξελίξεις, μεριμνούμε για την ασφάλεια των πολιτών, αλλά και για τη σταθερότητα της χώρας», κατέληξε ο κ. Οικονόμου.