Απόψεις Άρθρα Ιστορικά Κοινωνία Οικονομία

Από τη στιγμή που έκοψαν πρώτοι οι Έλληνες νομίσματα ξεκίνησε και ο πληθωρισμός με όλα τα επακόλουθα

ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΖΩΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ

Το άλογο είχε την τιμή όσο ένα σημερινό αυτοκίνητο – Η κρίση μας έκανε Γερμανούς

Γράφει ο Παράσχος Ανδρούτσος

Μέχρι το 2010 που μας έβαλαν στα μνημόνια αλλά ειδικά και στα τελευταία χρόνια οι περισσότεροι καταναλωτές που ίσως αγνοούσαν δεν έδιναν σημασία στο πόσο κόστιζαν οι τιμές κάθε προϊόντος. Να όμως που η κρίση και οι αμοιβές που συρρικνώνονταν συνέχεια, μας έκαναν Γερμανούς. Όχι μόνο να ψωνίζουμε πιο συνετά χωρίς να γεμίζουμε υπερβολικά το καλάθι, αλλά να αρχίσουμε να παρακολουθούμε τις τιμές στα μάρκετ και το κόστος καθημερινής ζωής και μάλιστα να βλέπουμε και κάτι πρωτόγνωρο για την Ελλάδα να πωλούν τα μάρκετ φέτες καρπούζι, πού; στην Ελλάδα που είναι μια από τις μεγαλύτερες χώρες παραγωγής καρπουζιού.

Από τα αρχαία χρόνια μέχρι και σήμερα πάλι διαπιστώνουμε ότι έτρωγε και τρώει ο καθένας ανάλογα με την κοινωνική τάξη που ανήκει και την ανάλογη ποιότητα και ποσότητα.
Σε όλες τις περιόδους που είχαμε και έχουμε πολιορκίες, πολέμους, φυσικές καταστροφές και επομένως χαλάνε οι σοδειές, οι τιμές εκτοξεύονται στα ύψη, βλέπε πόλεμο Ουκρανίας, Ρωσίας, Ισραήλ – Χαμάς.

Από τα πρώτα χρόνια της ζωής των ανθρώπων οι άνθρωποι αντάλλασαν μεταξύ τους διάφορα αγαθά όπως για παράδειγμα αφού υπολόγιζαν την αξία ενός μέρους σιτηρών το αντάλλαζαν με την ανάλογη αξία κρέατος, δέρματος, φρούτων ή οτιδήποτε άλλο. Αργότερα πρώτοι οι αρχαίοι Έλληνες εφηύραν τα νομίσματα. Έτσι με την κοπή και κυκλοφορία τους διαπιστώνουμε ότι προήλθαν όλα τα καλά αλλά και τα κακά λόγω του πληθωρισμού.
Έτσι διαπιστώνουμε ότι από τον 6ο αιώνα π.Χ. περίπου αρχίζουν να κόβουν νομίσματα και να συναλλάσσονται σιγά – σιγά μεταξύ τους με τα νομίσματα που έκοβε η κάθε πόλη κράτος, χρυσά, αργυρά και χάλκινα. Στην αρχαία Ελλάδα το τάλαντο ήταν βάρος, ισοδυναμούσε με το βάρος του νερού που χωρούσε μέσα σε έναν αμφορέα σταθερού μεγέθους που το χρησιμοποιούσαν σαν μέτρο. Το αττικό τάλαντο π.χ. ισοδυναμούσε με 26 σημερινά κιλά.

Οι αρχαίοι Έλληνες το χώρισαν σε 60 μνες. Η μνα ήταν νομισματική μονάδα αναφοράς. Μια χρυσή μνα ισοδυναμούσε με 433 γραμμάρια χρυσού περίπου όχι μόνο ως μάζα, αλλά και ως αγοραστική δύναμη. Τάλαντα δεν κόπηκαν ποτέ και μνες μόνο σπάνια, αφού ένα τέτοιο κέρμα ήταν πολύ βαρύ για να χρησιμοποιηθεί. Κόπηκαν όμως δραχμές δηλαδή εκατοστά της μνας που ζύγιζαν 4,3 γραμμάρια. Μια μνα ισοδυναμούσε με 100 δραχμές. Η δραχμή από άργυρο (ασήμι) ήταν το βασικό νόμισμα της Αρχαίας Ελλάδας. Μια δραχμή αντιστοιχούσε 6 οβολούς. Ένας οβολός αντιστοιχούσε 8 χαλκούς. Υπολογίζεται ότι ένα ασημένιο τάλαντο δηλαδή στην πραγματικότητα έξι χιλιάδες ασημένιες δραχμές, επαρκούσε για τη μηνιαία μισθοδοσία 200 ανδρών που στελέχωναν μια Αθηναϊκή Τριήρη κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.
Το Ταμείο της Αθηναϊκής συμμαχίας που βρισκόταν στην Δήλο είχε ένα αποθεματικό 6.000 – 10.000 τάλαντα. Για να καταλάβουμε το μέγεθος των ποσών θα προσπαθήσουμε να το δείξουμε με σύγχρονα παραδείγματα. Τα 6.000 τάλαντα αντιστοιχούν σε σημερινές αποπληθωρισμένες τιμές σε 3 δισεκατομμύρια δολάρια. Αυτό το αποθεματικό ισοδυναμούσε με 100 δραχμές κατά κεφαλήν εισόδημα για τους 300.000 κατοίκους της τότε Αθήνας και Αττικής. Σε σύγκριση με τη σημερινή αγοραστική αξία το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο να έχει μια μικρή πόλη όπως π.χ. η Κομοτηνή το ποσό των 670 εκατομμυρίων δολαρίων σε ρευστό χρήμα στα ταμεία της.

Η παραγωγή νομισμάτων τότε ήταν μια περίπλοκη διαδικασία. Ήταν έτσι επίτηδες προκειμένου να αποφευχθεί η παραγωγή και η κυκλοφορία πλαστών νομισμάτων. Η παραγωγή τους απαιτούσε ειδικό εξοπλισμό και συγκεκριμένες ποσότητες μετάλλων.
Μέσα σε εκμαγεία έχυναν το υγρό μέταλλο για να παραχθούν τα κενά (νομίσματα χωρίς εικόνες). Επίσης είχανε δύο μήτρες συνήθως από μπρούτζο, όπου σε κάθε μήτρα υπήρχε το αρνητικό της ανάγλυφης εικόνας που θα δημιουργούσαν. Έτσι αφού θέρμαιναν “το κενό” σε ένα φούρνο το τοποθετούσαν πάνω στην κάτω μήτρα και στη συνέχεια χτυπούσαν “το κενό” με προσοχή από την πάνω πλευρά με ένα βαρύ σφυρί στο οποίο υπήρχε το ανάγλυφο της εικόνας που ήθελαν να δημιουργήσουν ανάλογα με το νόμισμα. Έτσι από το ανάγλυφο της μήτρας και από το βαρύ σφυρί σχηματιζόταν οι εικόνες από τις δύο πλευρές του νομίσματος.
Είναι γνωστό ότι και τα αρχαία χρόνια υπήρχε ο τιμάριθμος μάλιστα από την εποχή του Σόλωνα μέχρι του Μεγάλου Αλεξάνδρου ο τιμάριθμος είχε εξαπλασιαστεί όχι μόνο στην Αττική αλλά και σε όλο τον ελληνικό χώρο. Από το 480 μέχρι το 404 π.Χ. η αύξηση των τιμών στα τρόφιμα ξεπέρασε το 200% ενώ από το 404 μέχρι το 330 π.Χ. ανέβηκε άλλα 200%.
Στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. το σιτηρέσιο για έναν στρατιώτη και έναν ναύτη στην Αθήνα ήταν δύο αττικοί οβολοί και προκειμένου αυτός να αγοράσει ένα ποδαράκι χοιρινό, έπρεπε να δώσει μια αττική δραχμή, δηλαδή, τρεις φορές περισσότερο απ’ αυτά που έπαιρνε.
Κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. στην αρχαία Αθήνα το ημερομίσθιο ενός ανειδίκευτου εργάτη ήταν 1 αττική δραχμή. Οι χορεύτριες στα γλέντια και στα συμπόσια αμείβονταν με 2 δραχμές την ημέρα. Οι ιερείς και οι μάντεις έπαιρναν αμοιβή έναν οβολό για κάθε μαντεία. Οι ανώτατοι δικαστικοί αμείβονταν με 3 οβολούς την κάθε δίκη.
Ένα μικρό πλοίο για μεταφορά λαδιού, κρασιού κλπ είχε τιμή πώλησης 1000 δρχ. Ένα πολεμικό σκάφος από 10.000 μέχρι 15.000 δρχ. Η κατοχή ενός αλόγου στην αρχαία Αθήνα δεν ήταν κάτι που αφορούσε όλους τους πολίτες, καθώς το κόστος αγοράς του ήταν απρόσιτο για τους πολλούς, η αξία του δε ήταν περί τις 700 δρχ., δηλαδή μισθούς δύο ετών. Αυτό αποδεικνύει χωρίς καμία αμφιβολία ότι κάτοχος αλόγου μπορούσε να είναι μόνο ένας γόνος εύπορης οικογένειας.
Το χοιρινό κρέας τον 5ο αιώνα κόστιζε 3 δραχμές σε σημερινό κιλό.

Οι Ρωμαίοι και αυτοί τα πρώτα χρόνια συναλλάσσονταν μεταξύ τους ανταλλάσσοντας προϊόντα, αργότερα υιοθέτησαν τα ελληνικά πρότυπα βάρους στα νομίσματά τους ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν και στις εμπορικές συναλλαγές στη Μεσόγειο.
Τα ρωμαϊκά νομίσματα εισήχθησαν κατά τη διάρκεια του 300 π.Χ. και ήταν κατασκευασμένα από χρυσό, ασήμι και χαλκό. Το χάλκινο νόμισμα ονομαζόταν ως. Το ασημένιο ονομαζόταν δηνάριο και άξιζε όσο 10 με 15 γαϊδούρια. Περιείχε αρχικά 4,5 γραμμάρια καθαρό ασήμι. Το χρυσό ονομαζόταν aureus και άξιζε όσο 250 ως. Το σιστέριο άξιζε όσο 2,5 γαϊδούρια.
Ο λεγεωνάριος στα χρόνια της δημοκρατίας στη Ρώμη έπαιρνε ημερομίσθιο 3 χαλκά νομίσματα. Αν αυτός χρειαζόταν να αγοράσει σιτάρι για να φτιάξει η γυναίκα του ψωμί, έπρεπε να πληρώσει για τα 6,5 κιλά σιταριού 4 χαλκά νομίσματα, δηλαδή δεν έφτανε το ημερομίσθιο του.
Τον 1ο αιώνα στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία οι τιμές προϊόντων, υπηρεσιών και μισθών ήταν οι εξής: 1 καρβέλι ψωμί 0,5 σεστέρτιο, 1 ποτήρι κρασί 0,5 σεστέρτιο, 1 λίτρο ελαιόλαδο 2-3 σεστέρτια, 1 κιλό χοιρινό 32 σεστέρτια, 1 επίσκεψη στα λουτρά 0,25 ως, 1 χιτώνας 15 σεστέρτια, 1 διανυκτέρευση με πόρνη 4 σεστέρτια, 1 γάιδαρος 500 σεστέρτια, 1 σκλάβος 100 – 2.000 σερτέρτια, μηνιαίος μισθός ανειδίκευτου εργάτη 32 σεστέρτια, μέσος ρωμαϊκός μηνιαίος μισθός 60 – 80 σεστέρτια, μηνιαίος μισθός λεγεωνάριου 100 σεστέρτια, εφάπαξ λεγεωνάριου κατά την απόλυσή του 12.000 σεστέρτια, μηνιαίος μισθός γερουσιαστή πάνω από 25.000 σεστέρτια, βλέπουμε ότι από τότε ευλογούσαν τα γένια τους. Τιμή μικρής φάρμας 100.000 σεστέρτια, μια μικρή ρωμαϊκή φάρμα ανακαλύφθηκε στην περιοχή του Ροδίτη όταν πέρασε από εκεί ο αγωγός Τ.Α.Ρ. Όλες οι ανωτέρω τιμές των Ρωμαίων προέρχονται από επιγραφές που βρέθηκαν στην Πομπηία καθώς και μετά από έρευνα.
Για 50 χρόνια μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τον Μωάμεθ Β’ το ημερομίσθιο του γενίτσαρου ήταν 3 με 5 άσπρα, τους ακτσέδες, τα αργυρά νομίσματα των Οθωμανών. Αν όμως ήθελε να αγοράσει μια οκά πρόβειο κρέας θα έπρεπε να δώσει όλο του το ημερομίσθιο 3 άσπρα.

Στον καιρό του Όθωνα ο μισθός ενός διδασκάλου τότε ήταν 100 δραχμές τον μήνα, ένα ζευγάρι παπούτσια έκανε 5 δραχμές.
Αν συγκρίνουμε λοιπόν τους μισθούς που έπαιρνε π.Χ. ένας στρατιώτης στην Αθήνα στα μέσα του 4ου αιώνα με τον μισθό που παίρνει τώρα ένας στρατιωτικός ΕΠΟΠ θα διαπιστώσουμε ότι οι στρατιωτικοί της Αρχαίας Αθήνας για να αγοράσει ένα χοιρινό ποδαράκι έδινε μια αττική δραχμή δηλαδή τρεις φορές περισσότερο από αυτά που έπαιρνε, ενώ ο σημερινός στρατιωτικός θα πληρώσει το 1/8 του ημερομισθίου του για να το αγοράσει. Αν συγκρίνουμε πάλι την αγορά ενός αλόγου στην Αρχαία Αθήνα που κοστίζει 700 δραχμές δηλαδή μισθό δύο ετών με τον μισθό ενός σημερινού υπαλλήλου για την αγορά ενός αυτοκινήτου, σήμερα ο υπάλληλος και αυτός θα χρειαζόταν τους μισθούς και εδώ περίπου δύο ετών.

Μετά από 25 αιώνες λοιπόν εμείς αναρωτιόμαστε για τα ίδια πράγματα; Διαπιστώνουμε ότι έτσι ήταν και είναι όλα αυτά τα χρόνια ο τιμάριθμος, απλώς έχει ανεβεί η ποιότητα ζωής, όμως η ακρίβεια και το σφίξιμο της ζώνης παραμένουν και θα τα βρίσκουμε πάντα μπροστά μας, όσα χρόνια και αν έλθουν. Γι’ αυτό καλό θα είναι να προσπαθούμε να κάνουμε όσο το δυνατόν καλύτερη διαχείριση των οικονομικών μας και να προσέχουμε για να έχουμε πάντα στην άκρη για μια ανάγκη.

Πηγές
Εξιστορείν
lifo.gr – Το άλογο
στην αρχαία Αθήνα
arxhaiologia.gr – Το κόστος ζωής στην αρχαιότητα
Γρηγόρης Ζώρζος: Μισθοί
τιμές στην αρχαία Αθήνα
Vita-romae.coin

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.