22 Φεβρουαρίου, 2024
Αγροτικά Θεσσαλονίκη

Ρύζι Θεσσαλονίκης: Στα επίπεδα του 2022 η φετινή παραγωγή – Παγωμένη η ζήτηση για ποικιλία μπόνετ

Τα επίπεδα της περσινής χρονιάς αναμένεται να αγγίξει η φετινή παραγωγή του ελληνικού ρυζιού παρ’ όλο που οι κλιματικές συνθήκες έχουν επηρεάσει τις καλλιέργειες των 4.000-4.500 ορυζοπαραγωγών της Θεσσαλονίκης, ενώ παγωμένη φαίνεται πως είναι η ζήτηση για την ποικιλία μπόνετ.

Όπως ανέφερε σε δηλώσεις του ο Γενικός Διευθυντής της ΕΑΣΘ – Αγροτική Εταιρική Σύμπραξη Θεσσαλονίκης Α.Ε. κ. Κώστας Γιαννόπουλος, το 2022 η παραγωγή έφτασε τα 900 με 1.000 κιλά ανά στρέμμα. «Η περσινή χρονιά αποδείχθηκε πολύ παραγωγική για το ελληνικό ρύζι. Φέτος, ωστόσο, λόγω των κλιματικών συνθηκών μείναμε 10-15 ημέρες πιο πίσω τον Μάιο στη διαδικασία της παραγωγής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2022, αλλά οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι θα πλησιάσουμε τα περσινά επίπεδα παρά τις ζημίες», είπε χαρακτηριστικά. Την ίδια εικόνα μετέφερε και ο πρόεδρος της ΕΑΣΘ κ. Χρήστος Τσιχήτας τονίζοντας ότι «είχαμε μια άνοιξη και ένα καλοκαίρι με συννεφιές, χαμηλές θερμοκρασίες και χωρίς μεγάλη ηλιοφάνεια, οπότε καθυστέρησε λίγο η ανάπτυξη των καλλιεργειών».

«Παγωμένη» η ζήτηση για μπόνετ

To 70% της εγχώριας παραγωγής προέρχεται από την Θεσσαλονίκη και ειδικότερα, από το δέλτα των ποταμών Αξιού, Λουδία και Αλιάκμονα με τα 200.000 στρέμματα περίπου ρυζιού. Πολλοί Θεσσαλονικείς παραγωγοί βέβαια διατηρούν ρυζοχώραφα και σε περιοχές εκτός της πόλης, όπως Μεσολόγγι, Ορεστιάδα, Σέρρες, Καβάλα.

Οι μεγαλύτερες ποσότητες που καλλιεργούνται στην περιοχή της Χαλάστρας, μονοπωλούν και δίνουν συνήθως πάνω από το 50% της παραγωγής, είναι κυρίως το μεσόσπερμα όπως οι ποικιλίες ρυζιού Ronaldo και Luna. Αξίζει να σημειωθεί ότι πέρσι η παραγωγή έφτασε το 62% με το υπόλοιπο να είναι μεταξύ άλλων το ρύζι μπόνετ. Ωστόσο, σύμφωνα με τον διευθυντή της ΕΑΣΘ, η φετινή ζήτηση για την ποικιλία μπόνετ είναι παγωμένη με αρκετές ποσότητες να βρίσκονται στις αποθήκες των παραγωγών. Σχολιάζοντας παράλληλα τις τιμές του ρυζιού, επισήμανε ότι το κόστος παραγωγής είναι «κινούμενη άμμος» και οι τιμές του προϊόντος έχουν αυξηθεί. «Τα μεσόσπερμα ρύζια είχαν πολύ καλή τιμή, αλλά σε ρύζια όπως μπόνετ ενώ ξεκίνησε καλά η τιμή του, δεν υπάρχει πλέον ζήτηση με συνέπεια να έχουμε αρκετή παραγωγή στις αποθήκες», εξήγησε ο κ. Γιαννόπουλος.

Με ανοδικούς ρυθμούς οι εξαγωγές

Το ελληνικό ρύζι είναι ένα κατεξοχήν εξαγωγικό προϊόν και μέχρι στιγμής τα στοιχεία δείχνουν ότι προτιμάται σε μεγάλες ποσότητες με την καλύτερη ξένη αγορά να είναι η Τουρκία, ενώ στη συνέχεια ακολουθούν η Μέση Ανατολή όπως Ιορδανία, Ντουμπάι, Ισραήλ αλλά και η Ευρώπη. Το πρόβλημα, ωστόσο, όλων των Ελλήνων παραγωγών ρυζιού αποτελεί η εγχώρια καταναλωτική αγορά.

«Δεν είναι στην ελληνική κουλτούρα η κατανάλωση ρυζιού ως κύριο γεύμα σε αντίθεση με τις εξαγωγικές χώρες που συνεργαζόμαστε. Επίσης, οι εισαγωγές ρυζιού και κυρίως οι αθρόες από τρίτες χώρες στην Ελλάδα δεν βοηθούν την ανάδειξη της καλής ποιότητας του ελληνικού ρυζιού που τηρεί τους ευρωπαϊκούς και αυστηρούς κανονισμούς σε ό,τι αφορά την φυτοπροστασία του», είπε o κ. Γιαννόπουλος.

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Εταιρικής Αγροτικής Σύμπραξης Θεσσαλονίκης Χρήστος Τσιχήτας επισήμανε τη ραγδαία αύξηση των εισαγωγών ρυζιού από χώρες, όπως τη Μιανμάρ, ως αποτέλεσμα της άρσης των δασμών από πλευράς ΕΕ. «Δεν μας ενοχλούν οι εισαγωγές, αυτό το τονίζουμε. Ωστόσο, σε τρίτες χώρες παρατηρείται η χρήση φυτοφαρμάκων που στην ΕΕ έχουν καταργηθεί εδώ και 30 χρόνια. Αυτό καθιστά ορισμένα προϊόντα άκρως επικίνδυνα για την υγεία των καταναλωτών» διευκρίνισε. Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε την ανάγκη για ενίσχυση των ελέγχων στις πύλες εισόδου της Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης.

 

 

Πηγή: thesstoday.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.