Απόψεις Άρθρα

Η αξία της αγιότητας για τον σύγχρονο άνθρωπο

του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου

Ο γνωστός παπάς, ψυχολόγος, φιλόσοφος και καθηγητής της δογματικής π. Νικόλαος Λουδοβίκος μίλησε την Κυριακή των Αγίων Πάντων στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου με θέμα «Η αξία της αγιότητας για τον σύγχρονο άνθρωπο». Επειδή νομίζω ότι ο π. Νικόλαος είναι από τους καλύτερους δασκάλους της Ορθόδοξης Εκκλησίας αλλά τον καταλαβαίνεις καλύτερα αν διαβάζεις τι είπε, πληκτρολόγησα την ομιλία του.

Σήμερα ζούμε σε μια εποχή όπου οι άνθρωποι αισθάνονται όσο ελάχιστες φορές την έλλειψη της αγιότητας, μόνο που δεν καταλαβαίνουν τι είναι ακριβώς αυτό που τους λείπει. Πρόσφατα άκουγα ένα τραγούδι ενός ροκ συγκροτήματος «βγήκα στον δρόμο και ζητούσα κάτι καθαρό, υπέροχο εξαίσιο/και τελικά συνάντησα ένα τοίχο μπροστά μου και κατάλαβα ότι είμαι φυλακισμένος/και είμαι φυλακισμένος σε ένα μεγάλο ναό όπου λατρεύεται το εγώ». Και εκεί μέσα χάνεται εντελώς η καθαρότητα, η αγιότητα …Είναι περίεργο πράγμα γιατί ακριβώς αυτό το οποίο ζητούμε δεν ξέρουμε τι είναι. Ζητούμε κάτι το οποίο να μας αποκαταστήσει την πληρότητα του εαυτού μας, την πληρότητα της αλήθειας μας και να μας δώσει την αίσθηση ότι είμαστε απόλυτοι και αιώνιοι. Και εδώ ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα το οποίο χαρακτηρίζει τον σύγχρονο άνθρωπο και κάθε άνθρωπο βέβαια, αλλά σήμερα η αντίφαση είναι μεγαλύτερη. Η αντίφαση μεταξύ της περατότητας στην οποία είμαστε αφοσιωμένοι και την ανάγκη του απολύτου το οποίο επίσης έχουμε απόλυτη ανάγκη. Αλλά ζητούμε το απόλυτο να το εισάγουμε μέσα στην σχετικότητα και εδώ ακριβώς δημιουργείται το πρόβλημα. 

Να το εξηγήσω λίγο περισσότερο. Όλοι μας θέλουμε την αγάπη μας να είναι απόλυτη αγάπη με την έννοια να μην έχει καθόλου μίσος, θέλουμε την λογική μας να είναι ξεκάθαρη να μην διακόπτεται από τον παραλογισμό, θέλουμε την ελευθερία μας απόλυτη, να μην δεσμευόμαστε από σκλαβιές και ανελευθερία, θέλουμε την γνώση απόλυτη σε σημείο που να απορεί κανείς αφού ο ίδιος είναι σχετικός. Θέλουμε την ζωή τελικά απόλυτη χωρίς όρια, χωρίς θάνατο, ενώ είμαστε απολύτως φθαρτοί. Και αναρωτιέται κανείς ποιος έβαλε πάνω μας την κλίση του απολύτου. Ποιος τα έχει όλα αυτά κατά φύσιν ώστε με την επιθυμία τους να μας καλεί ; Την ίδια στιγμή είμαστε φθαρτοί και ταλαίπωροι, και είναι φοβερό το ότι θέλουμε σ’ αυτή την φθαρτότητα να κουβαλήσουμε το απόλυτο. Δηλαδή να δώσουμε στην πεπερασμένη φύση μας τα χαρακτηριστικά του ακτίστου, αφήνοντας το άκτιστο απ’ έξω ταυτόχρονα. Δεν υπάρχει Θεός και πρέπει οι ιδιότητες του απολύτου αυτού να μεταφερθούν στην κτιστότητα αυτή, στην επιστήμη αυτή, στην ταλαίπωρη αυτή δημοκρατία, στην ταλαίπωρη αυτή οικονομία που δε βαστάει άλλο, στις ταλαίπωρες σχέσεις που σαν σκουπίδια γκρεμίζονται από παντού και το αποτέλεσμα λέγεται ανθρωποφαγία. Ζητούμε το απόλυτο ο ένας από τον άλλο. Αυτό είναι το δράμα σήμερα. Ζητούμε την απόλυτη ελευθερία από κάποιον που ο ίδιος δεν είναι εσωτερικά ελεύθερος. Ζητούμε την απόλυτη γνώση από κάποιους των οποίων είναι τελείως σχετική η γνώση τους και θα έπρεπε να το ξέρουν ή το ξέρουν. Ζητούμε την απόλυτη σοφία από κάποιους οι οποίοι έχουν σχετική εμπειρία των όντων, επειδή η εμπειρία των όντων είναι πάντα σχετική. 

Ζητούμε την απόλυτη αγάπη από κάποιον ο οποίος είναι πολύ τραυματισμένος και πολύ πονεμένος και πάρα πολύ αμυντικός όπως είναι σχεδόν όλοι οι άνθρωποι σήμερα. Επομένως δεν μπορεί να μας δώσει την απόλυτη αγάπη που του ζητούμε. Επομένως ζητούμε την αγιότητα, ζητούμε δηλαδή την απόλυτη ελευθερία από τα δεδομένα μιας φύσεως η οποία μας περιορίζει, αλλά δεν την ζητούμε πλέον έξω από την φύση αυτή, έξω από τον κόσμο αυτόν, την ζητούμε μέσα σ’ όλα αυτά. Και αυτό έχει αποτέλεσμα να δημιουργούμε μια κατάσταση τραγική όπου απαιτούμε την αγιότητα ως μια πληρότητα ζωής, πληρότητα σοφίας, πληρότητα αγαθότητας, από τους άλλους, από την επιστήμη. Θα σας πουν κάποιοι σε μερικά χρόνια η επιστήμη θα μας κάνει αθάνατους. Το πιστεύουν στα σοβαρά. Και δεν καταλαβαίνουν ότι για να γίνει αυτό πρέπει να καταργηθεί ολόκληρο το σύμπαν έτσι όπως είναι. Διότι η αρχή της εντροπίας υπάρχει σε όλα τα όντα. Σε κάθε κλειστό σύστημα η εντροπία αυξάνει συνεχώς και κάποια στιγμή το σύστημα θα διαλυθεί. Μέσα στον τρόπο της υπάρξεως αυτού του κόσμου η φθορά είναι υπαρκτή, δεν μπορούμε εμείς να αποτελούμε εξαίρεση. 

Κι ας πούμε ότι μας δίδεται αυτή η παράταση. Τι ακριβώς περιεχόμενο θα δώσουμε στη ζωή μας ; Επομένως πάλι το ερώτημα τίθεται η αλήθεια είναι ενδοκοσμική μόνο ή είναι ενδοκοσμική αλλά έχει ο κόσμος αυτός και ίχνη μιας άλλης απόλυτης πραγματικότητας που είναι έξω μας. Αν είναι το δεύτερο, τότε η απολυτότητα και η αγιότητα είναι κατά μετοχήν. Δεν είναι κάτι που μπορούμε να το παράγουμε εμείς. Εάν μπορούσαμε να το παράγουμε εμείς, θα το είχαμε ήδη παράγει. Και θα ξέραμε πως παράγεται, όπως ξέρουμε να παράγουμε λάδι, κρασί, μηχανικά προϊόντα. Δεν λέμε θα μάθουμε, ξέρουμε. Θα ξέραμε να παράγουμε τέλεια αγάπη, θα ξέραμε να παράγουμε τέλεια ελευθερία … Όμως αυτό ακριβώς διακόπτεται από το αντίθετό του και συνεχώς έχουμε την αίσθηση ότι καταβαραθρώνονται όλα αυτά. Ότι ουσιαστικά τρέχουμε συνεχώς να φτάσουμε κάτι το οποίο δεν θα το έχουμε ποτέ. 

Αν θέλουμε να κάνουμε ένα βήμα παραπάνω θα πούμε ότι όλο αυτό είναι και μια κρίση εμπιστοσύνης. Σήμερα η κρίση της εποχής μας εκτός των άλλων είναι και κρίση εμπιστοσύνης. Δεν εμπιστευόμαστε πια, κανένας κανέναν. Έχουμε τεράστια ανάγκη να εμπιστευθούμε και όμως δεν μπορούμε πια να εμπιστευθούμε. Γιατί ; Μα γιατί φοβόμαστε την ανθρωποφαγία. Φοβόμαστε ότι ο άλλος έχει τεράστιες απαιτήσεις. Αν ένας άνθρωπος έχει την αίσθηση του Θεού και έχει την αίσθηση της προσωπικής του ατέλειας και έχει σχέση μετανοίας με τον Θεό και με τα όντα, αυτός είναι φιλάνθρωπος, δεν έχει μεγάλες απαιτήσεις, είναι κάποιος που μπορείς να εμπιστευτείς. Αν κανείς δεν έχει κανένα τέτοιο ορίζοντα οι απαιτήσεις του από εμάς είναι απόλυτες. Και επειδή σήμερα οι άνθρωποι συνήθως δεν έχουν ορίζοντα έχουν απόλυτες απαιτήσεις ο ένας από τον άλλο και για αυτό υπάρχει κρίση εμπιστοσύνης. Δηλαδή δεν μπορούμε πια να εμπιστευθούμε. Τι να εμπιστευθούμε ; Τον ναρκισσισμό μας. Την πληρότητα του εαυτού μας στον άλλο. Ξέρουμε ότι θα τον κόψει κομμάτια, ότι θα μας κακοποιήσει επειδή ζητάει τα πάντα από εμάς. Η απαίτηση του απολύτου δεν γίνεται από τον αυτό μας, γίνεται από τους άλλους. Κατά κάποιο τρόπο ξέρουμε ότι η απόλυτη απαίτηση από τον εαυτό μας θα μας εξόντωνε. Αν έχεις απόλυτες απαιτήσεις από τον εαυτό σου σε λίγο θα διαλυθείς ψυχοβιολογικά. Τον άλλο όμως δεν τον λυπάται και του έχει απόλυτες απαιτήσεις. Εμείς  που βλέπουμε κόσμο το βλέπουμε αυτός σε καθημερινή βάση. Ζευγάρια διαλύονται, σχέσεις καταστρέφονται. Γιατί έχουν απόλυτες απαιτήσεις ο ένας από τον άλλο. 

Και σήμερα το απόλυτο βέβαια έχει πολλές μορφές. Μπορεί να μην έχει την μορφή του φιλοσοφικού απολύτου αλλά έχει μια σχέση απαίτησης την οποία εγώ υποτίθεται ότι απολύτως χρειάζομαι, είναι ανάγκη να το κάνεις αυτό. μπορεί ας πούμε να μην είναι το αίτημα της απολύτου αγάπης, αλλά έχω ανάγκη να μου κάνεις εκείνο το συγκεκριμένο πράγμα το οποίο μου δίνει μια αίσθηση ασφάλειας, χαράς, Αυτό το πράγμα θα το κάνεις οπωσδήποτε. Είναι η απόλυτη απαίτηση. Το αίτημα μπορεί να μην είναι απόλυτο, αλλά η απαίτηση είναι απόλυτη. Και βλέπουμε και τα μικρά παιδιά που μεγαλώνουν δημιουργώντας απόλυτες απαιτήσεις. Και το ένα προς το άλλο, και προς τους γονείς και προς τον κόσμο ολόκληρο και σχετικά οι άνθρωποι όλο και περισσότερο, όσο χάνουν την ελπίδα τους σε κάτι που ξεπερνά την άμεση εμπειρία, γίνονται όλο και πιο απόλυτοι. Και ζητούν την πληρότητα της ζωής, αυτό που λέμε αγιότητα, ο ένας από τον άλλο. Και εδώ ακριβώς έρχεται το μεγάλο δράμα. Διότι κακοποιούμε ο ένας τον άλλο μ’ αυτόν τον τρόπο. Και δημιουργούμε ανθρώπους πονεμένους και δυστυχισμένους γύρω μας. 

Αν ακολουθήσουμε το παράδειγμα των αγίων της Εκκλησίας μας θα δούμε ότι αυτά τα απόλυτα χαρακτηριστικά τα αποκτούμε όλοι μας δια μετοχής. Ο Χριστός έρχεται να φέρει το απόλυτο του Θεού στα πράγματα του κόσμου. Την απόλυτη αγάπη, με μετοχή στην δική Του απολυτότητα αποκτούμε ο καθένας σύμφωνα με την προαίρεση και την ελευθερία μας αποκτούμε μια δυνατότητα να έχουμε μια αναφορά σ’ Εκείνον ο οποίος είναι η πηγή όλων αυτών των ιδιοτήτων. Κι αυτό είναι η πραγματική αγιότητα. Αγιότητα είναι κανείς να κοιτάζει τον Θεό. Αγιότητα είναι κανείς να εμπιστεύεται τον Θεό για να μην έχει κρίση εμπιστοσύνης στους άλλους. Αγιότητα είναι να καταφέρει κανείς να αγαπάει τα πράγματα και να παίζει με τον κόσμο όπως παίζει ο θεός. Να έχει το χιούμορ του Θεού, την ταπείνωση του Θεού, και την τεράστια υπομονή που έχει ο Θεός για να μεγαλώσουμε. Και να φτάσουμε σιγά σιγά στην ωριμότητα του να βλέπουμε τον ίδιο όπως είναι και τα πράγματα του κόσμου όπως είναι και να βαπτίζουμε την αλήθεια την μικρή μας στην μεγάλη αλήθεια όλων των όντων. Και με τον τρόπο αυτό αναπαράγεται κάτι το οποίο το ονομάσαμε Βασιλεία του Θεού. Στην Εκκλησία είμαστε χαρισματούχοι όλοι, ο καθένας γίνεται πόλος έλξης και ενότητας όλων των άλλων όντων και δημιουργεί μια βάση τεράστια εμπιστοσύνης για όλα, γιατί ο ίδιος εμπιστεύεται τον Θεό ο οποίος δημιουργεί αυτή την βάση εμπιστοσύνης. Θα μπορούσα να πω μ’ ένα σύγχρονο τρόπο ότι η αγιότητα είναι ακριβώς η δημιουργία εμπιστοσύνης. Ο άγιος είναι ο μόνος έμπιστος. 

Όταν πηγαίναμε σ’ αυτούς τους μεγάλους αγίους που η γενιά μου γνώρισε κυρίως θυμάμαι το αίσθημα που είχαμε ήταν ένα τεράστιο αίσθημα εμπιστοσύνης. Απέθετα την ύπαρξή μου στα χέρια του γιατί ο ίδιος είχε αποθέσει την ύπαρξή του στα χέρια του Θεού. Και γι αυτό ήταν ευλαβής, ήταν ευεργετικός. Αποκτούσε σιγά σιγά τις ιδιότητες Αυτού τον οποίο εμπιστεύτηκε. Πάντα αποκτούμε τις ιδιότητες αυτού που αφιερωνόμαστε. Αφιερώνουμε τον εαυτό μας κάπου και μοιάζουμε σιγά σιγά μ’ αυτό το κάτι. Αυτός λοιπόν αποκτούσε τις ιδιότητες αυτές και δημιουργούσε ακριβώς την εμπιστοσύνη, δημιουργούσε την κοινωνία. Να πως γεννιέται η ανθρώπινη κοινωνία, άφθαρτες σχέσεις, αδιάλυτες σχέσεις, αιώνιες σχέσεις. Δημιουργούσε προσωπική σχέση με τον καθένα από εμάς. Ο καθένας που τον γνώριζε αυτόν τον άγιο είχε την εντύπωση ότι είχε αποκλειστική σχέση αυτός μαζί του. Και ήταν αποκλειστική. Του έδινε τόπο να αποθέσει τον εαυτό του και να τον αποθέσει μ’ ένα τρόπο που πραγματικά τον ανέπαυε μέσα στην ατέλειά του. Και με τον τρόπο αυτό καταλαβαίναμε τι είναι η Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι τόπος εμπιστοσύνης, όπου οι άνθρωποι εμπιστεύονται τον Θεό και γίνονται έμπιστοι μεταξύ τους, παραδίνει ο καθένας τον εαυτό του στον Θεό και στους άλλους. Αυτή η αλληλοπαράδοση που είναι ουσιαστικά μετοχή στη ζωή του Θεού, είναι ότι πιο μεγάλο και ιερό υπάρχει στην ανθρωπότητα κι αν το χάσει κανείς αυτό το μόνο που θα κερδίσει είναι εικονικές πραγματικότητες και το chat gpt, ο καινούργιος τυφλοσούρτης. Το ρώτησα για το ασυνείδητο στον Πλάτωνα και μου απάντησε ότι δεν υπάρχει, ενώ εγώ έχω κάνει και μελέτη πάνω σ’ αυτό. Και όμως αυτός ο τυφλοσούρτης θα είναι ο τρόπος που θα βρίσκουμε ασύνθετη πληροφορία.  Γιατί ο άνθρωπος κάμνει αυτό που δεν μπορεί να κάνει η μηχανή. Συνθέτει μ’ ένα τρόπο παντελώς καινούργιο και αδιανόητο. Η μηχανή θα συνδυάσει τα στοιχεία που ξέρει. Ο στοχαστής θα βρει κάτι καινούργιο σ’ όλα αυτά. Αυτό καμία μηχανή δεν μπορεί να το κάνει. 

Γιατί ο άνθρωπος είναι εικόνα του απολύτου. Δηλαδή έχει διαφυγές σε πραγματικότητες που είναι πέρα από τον κόσμο αυτό. Οι φύσεις των όντων είναι ανοικτές σε αντίθεση με τον Αριστοτέλη που πίστευε ότι ο άνθρωπος είναι αυτό που φαίνεται. Όχι, ο Θεός μπορεί να επιδρά πάνω στα σώματά μας και στις ψυχές μας και να προκαλεί αλλοιώσεις. Δεν είναι λοιπόν ο άνθρωπος μια κλειστή φύση αυτοπροσδιοριζόμενη από το ίδιο, αλλά είναι μια ανοικτή φύση και πραγματικότητα στην οποία μπαινοβγαίνει συνεχώς ο Θεός, αν δεν Του κλείσουμε την πόρτα. Αν διαβάσετε τον Γιούνγκ στην ψυχολογία, λέει ότι στο ασυνείδητο του ανθρώπου υπάρχουν ίχνη πραγματικοτήτων που είναι πολύ πέρα από την ανθρώπινη εμπειρία. Υπάρχουν καταστάσεις που παραπέμπουν όχι σε ένα συλλογικό βίωμα της ανθρωπότητας αλλά σε πράγματα τα οποία είναι αδιάγνωστα μέσα σ’ αυτό το συλλογικό βίωμα. Είναι σκιά πραγμάτων τα οποία ουσιαστικά επικοινωνούν με πραγματικότητες που δεν μπορούμε να τις προσδιορίσουμε με την εμπειρία. Είναι υπερ-εμπειρικές. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι πραγματικές. Είναι απολύτως πραγματικές. Είναι εμπειρικές ταυτόχρονα αλλά η πηγή τους είναι υπερ-εμπειρική. 

Επομένως η αγιότητα είναι πραγματικά η ανακάλυψη της εμπιστοσύνης ξανά, της αυθεντικής εμπιστοσύνης στον Θεό και τους ανθρώπους. Να γίνει κανείς πραγματικά ο χώρος όπου συναντιέται η εμπιστοσύνη του Θεού στην δημιουργία, η εμπιστοσύνη μας προς τον Θεό και η εμπιστοσύνη μεταξύ μας ώστε να γίνει μια κοινότητα όπου όλοι έχουμε ότι έχουν οι άλλοι. Αυτό το πράγμα κάνει η εμπιστοσύνη. Ότι έχω εγώ το έχετε κι εσείς. Ότι έχετε εσείς το έχω κι εγώ. Και γινόμαστε ο καθένας πανάνθρωπος, δηλαδή έχουμε τα πάντα μέσω της κοινωνίας αυτής. Αυτής της μορφής κοινωνίας δια του Θεού κοινωνίας, ώστε πάντα να δημιουργείται η αίσθηση ότι είμαστε αιώνιοι, όπως είμαστε στην πραγματικότητα. Δεν πεθαίνουμε ποτέ στ’ αλήθεια όπως έλεγε σ’ εκείνη την ταινία του Μπρεσόν, η Λούσυ.  Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το ανακαλύψει κανείς. Βέβαια υπάρχει βαθιά μέσα μας ως επιθυμία να ταυτιστούμε με τον τρόπο αυτό με το απόλυτο , να επικοινωνήσουμε με το απόλυτο και να γίνουν όλα στη ζωή μας εικόνες αυτού του απολύτου. 

Αν θέλετε να τα δούμε και από την σκοπιά του Ευαγγελίου είναι το «μη μεριμνάτε δια την αύριον». Αυτή είναι φοβερή κουβέντα. Ενώ είσαι μέσα στον χωρόχρονο ζεις ήδη την πληρότητα. Αύριο θα έρθουν τα πράγματα επίσης καλά, αύριο θα είναι μια άλλη μορφή πληρότητας. Είναι συγκλονιστικά αυτά και είναι προτάσεις του Θεού σ’ εμάς. Και προχωρεί περισσότερο ο θεός και λέει. Θέλετε να γίνετε πιο ευτυχισμένοι ; Σκεφτείτε, έρχεται το παιδί σου και σου ζητάει ψάρι, θα του έδινες ποτέ φίδι ; Σου ζητάει αυγό, θα του έδινες ποτέ πέτρα ; Πόσο μάλλον ο Θεός ; Είναι η σχέση της απόλυτης εμπιστοσύνης. Σου λέει ο Θεός, είσαι στην αιωνιότητα και σου δίνω τα πάντα. Αυτά είναι λόγια του Χριστού. Οτιδήποτε ζητήσεις, για μένα είναι αφορμή να σου δώσω κάτι περισσότερο. Στην ουσία εννοεί ότι ζητάς ένα αυγό και σου δίνει ολόκληρο κοτέτσι με αυγά. Αυτό εννοεί, αλλά δεν θέλει να το πει, εκφράζεται πολύ ταπεινά ο Χριστός. Ζητάς ένα ψάρι και σου δίνει μια θάλασσα ψαριών. Του ζητάς την σωτηρία και σου δίνει ένα πέλαγος χαρισμάτων. Γιατί η ουσία της σχέσης με τον Θεό είναι η υπερβολή. Είναι απόλυτα υπερβολικός, από πολλή αγάπη. Τα συλλαβίσματά μας και τα μπουσουλήματά μας τα βλέπει σαν τεράστιο κατόρθωμα.

Σε κοιτάζει και σου λέει «μην μεριμνάς». Θέλει να τον κοιτάξεις και εσύ με το βλέμμα του απόλυτα αμέριμνου, που σημαίνει του αιώνιου όντος. Μόνο τα αιώνια όντα είναι αμέριμνα. Και εκείνη την στιγμή, δος μου ένα ψάρι, πάρε την θάλασσα, δος μου ένα αυγό, πάρε όλα τα αυγά της γης. Με την έννοια να τα χρησιμοποιήσεις για τους άλλους. Γιατί είσαι ώριμος πια, όχι να τα πάρεις για σένα. Τα παίρνεις και τα χρησιμοποιείς ως αιώνιος. Ο αιώνιος θα κοιτάξει να κάνει περιουσία ; Όσο πιο πολύ μοιράζεις, τόσο πιο πολύ μετέχεις, όπως είπε ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης. Ενώ με την στενή ψυχολογική έννοια θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Σου δίνει ο Θεός από τα τεράστια αποθέματα σοφίας, αγάπης, … και μοιράζεις. Και γίνεσαι πραγματικά ένα κανάλι που περνάει από μέσα σου ο Θεός. Έτσι ήταν οι άγιοι που γνωρίσαμε, Πορφύριος, Παΐσιος, Ιάκωβος, και μας έκαναν πιστούς από  άθεα γομάρια που ήμασταν. Και νομίζαμε ότι είχαμε όλη την σοφία στο κεφάλι μας.

Αν υπήρχε αυτή η σοφία δεν θα ήταν η ανθρωπότητα ξανά στα πρόθυρα της καταστροφής. Δεν θα τρέμαμε μήπως διαλυθεί το σύμπαν, δεν θα ήταν τόσο άγρια η οικονομική κατάσταση και η κοινωνική, τα ήθη κλπ. Δεν θα ήταν τόσο τρομακτική η ιστορία μας. Θα είχαμε βρει απλές λύσεις για όλα τα προβλήματα. Αλλά βλέπετε δεν βρίσκουμε λύσεις. Και το χειρότερο είναι ότι αν προσπαθήσει κανείς να επιβάλει αυτές τις λύσεις δημιουργεί κι ένα ολοκληρωτικό καθεστώς και γίνονται χειρότερα τα πράγματα. Βέβαια σήμερα δεν υπάρχει λόγος να φτιάξουμε τέτοιο σκληρό καθεστώς. Σήμερα είναι ο βελούδινος ολοκληρωτισμός. Θα κυκλοφορήσει σε λίγο κι ένα βιβλίο μου πάνω σ’ αυτά «ο πίθηκος και η αλήθεια». Ο πρώτος ολοκληρωτισμός είναι αυτός που για χάρη της κολεκτίβας τσακίζει και περιορίζει το άτομο. Ο δεύτερος ολοκληρωτισμός είναι όπου ουσιαστικά καταπιέζεται ένα μέρος της ψυχής , το παθητικό, τα συναισθήματα. Ο τρίτος ολοκληρωτισμός, ο βελούδινος που λέω εγώ, λέει ναι στο άτομο, ναι στις επιθυμίες, ναι στα πάντα. Και είναι φοβερό ότι με τον τρόπο αυτό, αυτού του είδους την ελευθερία που δεν έχει μέσα της καμία σοφία, και καμία πληροφορία από κάπου αλλού, παραδίδεται ο άνθρωπος στην κυριολεξία σε πάθη φοβερά που τον κρατούν δέσμιο χωρίς να χρειάζεται καμία επίβλεψη. Ούτε Γκουλάγκ, ούτε τίποτα. Στα Γκουλάγκ θα μπαίνουν αυτοί που λένε αυτά που λέω. Αυτοί που όπως τον Σωκράτη θα προσπαθούν να ευαισθητοποιήσουν τους ανθρώπους. Τελικά του έδωσαν και ήπιε το κώνειο. 

Είναι λοιπόν απολύτως απαραίτητη η αγιότητα, είναι θαυμάσιο αυτό το πρότυπο της αιώνιας σχέσης με την αιώνια εμπιστοσύνη. Οι άγιοι είναι οι μόνοι καταλύτες κοινωνίας, με τους οποίους ξέρουμε τι είναι ακόμα κοινωνία. Εμπιστοσύνη απόλυτη, αίσθηση του Θεού και αιωνιότητα και όλοι θέλουν να είναι κοντά του (στον άγιο) και φτιάχνει κοινότητα. Σε λίγο ξέρετε αυτό θα είναι αδύνατον. Μου έλεγε χθες ένας Καθηγητής που ασχολείται μ’ αυτά ότι σε λίγο θα φτιάχνουμε τον τύπο του ανθρώπου όπως τον θέλουμε. Μια υπέροχη γυναίκα που θα σου λέει ότι θέλεις, θα έχει τα χαρακτηριστικά σωματικά και ψυχικά που εσύ θέλεις, θα την φτιάχνεις εσύ. Θα είναι το ιδεώδες πρόσωπο. Και θα έχεις και σχέσεις μαζί της. Αυτό αν γίνει τελικά, θα είναι ψυχοδυναμικά ο απόλυτος εγκλεισμός, δεν θα υπάρχει λόγος για καμία εμπιστοσύνη με κανένα, φτιάχνεις και μερικά κουτσούβελα αν θέλεις, κι αυτά να είναι τέλεια. Θα το φοράς αυτό στο κεφάλι 5-6 ώρες την μέρα και τελείωσε. Δεν θα μαλώνεις με κανένα. Αφήνεις τον καθένα στην τρέλα, γιατί αυτό είναι σχιζοφρένεια, ψυχοδυναμικά είναι ψύχωση αυτό. Θα μπορεί να είναι και ελεγχόμενο όλο αυτό, σε ποιο βαθμό θα το δούμε. Και όλο αυτό είναι πολύ κοντά στη ευρωπαϊκή σκέψη και νοοτροπία πνευματική. 

Και θα είναι ένας υπέροχος κόσμος. Θα τα έχουμε όλοι όλα και δεν θα έχουμε τίποτα ταυτόχρονα. Αυτό είναι το φοβερό. Το αντίθετο απ’ αυτό που λέει ο απόστολος Παύλος. «Μηδέν έχοντες και τα πάντα κατέχοντες». Για μας θα ισχύει, τα πάντα κατέχοντες και μηδέν έχοντες. Και φαντάζομαι μετά θα τελειώσει η ανθρωπότητα όχι όπως λέει ο Έλιοτ όχι μ’ ένα βόγγο, αλλά μ’ ένα λυγμό. Φοβερό. Όχι μ’ ένα βρόντο, με μια έκρηξη, αλλά με ένα λυγμό. Θα τα έχεις όλα και δεν θα έχεις τίποτα πραγματικό. 

Θα ήθελα να κλείσω τα λόγια του π. Νικολάου μ’ ένα ερώτημα που μου περνάει από το μυαλό : Αν, είπα αν, η Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη είναι αληθινή και είναι αλήθεια όσα λέει όπως το «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος» πόσο αυτά που βλέπουμε όλη μέρα, αυτά που ακούμε, αυτά που σκεφτόμαστε, αυτά που λέμε, αυτά που κάμνουμε, συμφωνούν με αυτή την αλήθεια, άρα έχουν νόημα ή δεν συμφωνούν και άρα δεν έχουν κανένα νόημα και απλώς χάνουμε τον καιρό μας ;                                                 

 

      

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.