11 Αυγούστου, 2022
Επιχειρηματικότητα Οικονομία

ΑΝ ΚΑΙ ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΕΝΑΖΕΙ Η ΑΓΟΡΑ!

Στο μισό έπεσαν οι πωλήσεις, σύμφωνα με τoν ΣΕΛΠΕ

Περιορισμένη η κίνηση στα καταστήματα της Χαλκιδικής , χαμηλές οι προσδοκίες των εμπόρων για ανάκαμψη της κατανάλωσης

Σε ενέργεια και λογαριασμούς καταλήγουν τα εισοδήματα των νοικοκυριών

EKPTOSEIS KALOKAIRINES

Η πρώτη  εβδομάδα των θερινών εκπτώσεων ήταν απογοητευτική για το σύνολο της αγοράς. Αν και παραδοσιακά είναι η εβδομάδα με τη μεγαλύτερη κινητικότητα και με αυξημένους τζίρους, αυτό φέτος δεν επιβεβαιώθηκε και σύμφωνα με τους επιχειρηματίες η προσέλευση κόσμου είναι μικρότερη και από πέρυσι, που η περίοδος είχε επηρεαστεί από τη μακρά περίοδο των περιοριστικών μέτρων λόγω της πανδημίας.

Σύμφωνα με τους εμπόρους η πρώτη εβδομάδα των εκπτώσεων είναι «βαρόμετρο» για όλη την περίοδο.  «Συνήθως αν πάει καλά η πρώτη εβδομάδα, συνεχίζουν με αυτό τον τρόπο και οι επόμενες. Αυτή τη φορά δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, οπότε  οι προσδοκίες είναι χαμηλές», υποστηρίζουν.

Οι έμποροι ευελπιστούν να υπάρξει μια μικρή αναθέρμανση στο επόμενο δεκαήμερο, καθώς ο Αύγουστος θεωρείται δευτερεύον μήνας για την αγορά καθώς είναι μήνας διακοπών για τον περισσότερο κόσμο. Η περιορισμένη κίνηση ήταν αισθητή και στην αγορά της Χαλκιδικής το οκταήμερο που μεσολάβησε από την έναρξη των εκπτώσεων, με το επιπλέον χαρακτηριστικό να είναι ότι και αυτή η κίνηση να μην είναι διαχέεται σε όλη την αγορά, αλλά σε συγκεκριμένα καταστήματα.

Σύμφωνα με εμπόρους που δραστηριοποιούνται στο κέντρο των Νέων Μουδανιών, οι καταναλωτές δείχνουν να έχουν ιεραρχήσει τις ανάγκες τους και δεν ξεφεύγουν από τις επιλογές τους. Κυρίως το ενδιαφέρον είναι στραμμένο προς τις κατηγορίες της ένδυσης και της υπόδησης, χωρίς όμως να υπάρχει η κίνηση προηγούμενων θερινών περιόδων, με αποτέλεσμα ο τζίρος να έχει μειωθεί ακόμη και στο 50% και οι επιχειρηματίες να μη μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Το αυξημένο κόστος διαβίωσης και ειδικά οι αυξήσεις στην ενέργεια, όπως και οι τιμές στα καθημερινά καταναλωτικά αγαθά, είναι οι βασικοί λόγοι  που  οδηγούν αναγκαστικά τους καταναλωτές σε μειώσεις δαπανών για αγορά ειδών διαρκείας, ώστε να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στις τρέχουσες υποχρεώσεις. Σύμφωνα μάλιστα με μελέτη του ΣΕΛΠΕ, ένας στους δύο καταναλωτές θα μειώσει τις δαπάνες για αγορά προϊόντων το επόμενο εξάμηνο, ενώ θα αυξήσει τις δαπάνες καθώς οι πληρωμές λογαριασμών αποτελούν πλέον τη μεγαλύτερη δαπάνη ως ποσοστού του μηνιαίου εισοδήματος.

Μεγάλα ποσοστά εκπτώσεων 

Τα περισσότερα καταστήματα έχουν προχωρήσει σε μεγάλα ποσοστά εκπτώσεων, διακινδυνεύοντας ακόμη και την «επιβίωση» των επιχειρήσεων που είναι αντιμέτωπες με τα μεγάλα κόστη λειτουργίας, που κατά βάση οφείλονται στην ενέργεια και στις υπηρεσίες, αλλά και στις σταδιακές αυξήσεις των προϊόντων οι οποίες στο σύνολό τους θα περάσουν στις τελικές τιμές από τον ερχόμενο Σεπτέμβριο. Και πάλι όμως δεν δελεάζονται οι καταναλωτές, ελλείψει διαθέσιμου εισοδήματος.

Σε «συμπληγάδες»

Η αγορά φαίνεται να βρίσκεται σε «συμπληγάδες». Η φετινή δύσκολη περίοδος,  είναι συνέχεια μιας επίσης δύσκολης που ήταν το 2021, αλλά και με τις προβλέψεις να βλέπουν μια ακόμη πιο δύσκολη το επόμενο εξάμηνο.

Συγκεκριμένα σύμφωνα με στοιχεία που προέκυψαν από έρευνα του ΙΝΕΜΥ ΕΣΕΕ, η οποία δημοσιεύθηκε το προηγούμενο φθινόπωρο, μόνο  μία στις τρεις επιχειρήσεις (34%) πραγματοποίησε υψηλότερες πωλήσεις κατά τη διάρκεια της θερινής εκπτωτικής περιόδου (2021) σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.

Εξάλλου, περίπου τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις παρουσίασαν πτώση του κύκλου εργασιών τους κατά τη διάρκεια των  θερινών εκπτώσεων κάτι που υπογραμμίζει το μέγεθος των πιέσεων σε σημαντικό τμήμα επιχειρήσεων.

Έτσι στην προηγηθείσα δύσκολη  σεζόν έρχεται να προστεθεί και η τρέχουσα, οπότε δεν χρειάζεται να είναι κάποιος οικονομολόγος για να αντιληφθεί τι πρόκειται να ακολουθήσει αν «τριτώσει» η υστέρηση σε τζίρο.

Δύσκολο και το β΄ εξάμηνο

Οι εκτιμήσεις όμως είναι δυσοίωνες και για το δεύτερο εξάμηνο του 2022. Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιείται με την επιστημονική υποστήριξη του εργαστηρίου ELTRUN του  Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (για λογαριασμό του ΣΕΛΠΕ) , το καταναλωτικό κλίμα το τελευταίο εξάμηνο παρουσιάζει επιδείνωση.  Προκύπτει μάλιστα ότι ένας στους δυο καταναλωτές θα μειώσει τις δαπάνες για αγορά προϊόντων  το επόμενο εξάμηνο.

Μεταξύ άλλων, προκύπτει ότι οι καταναλωτές δεν είναι σίγουροι ότι είναι μία ικανοποιητική περίοδος για να κάνουν  αγορές, οι ίδιοι, αλλά και το γενικότερο κλίμα δεν βοηθάει. Μάλιστα την κατατάσσουν ως τη χειρότερη περίοδο για σημαντικές αγορές για το σπίτι τους τα τελευταία δύο  χρόνια.

Οι προσδοκίες για τις δαπάνες είναι επίσης αρνητικές και σχετίζονται άμεσα με το  αυξημένο κόστος ενέργειας, με το 45% να  εκτιμά ότι το  δεύτερο εξάμηνο 2022 οι δαπάνες για λογαριασμούς κοινής ωφέλειας θα είναι  αυξημένες. Αντίθετα, το 53% εκτιμά ότι οι δαπάνες για αγορές προϊόντων το δεύτερο εξάμηνο 2022 θα είναι μειωμένες, και μόλις το 17% ότι θα είναι αυξημένες.

Το ίδιο  ισχύει για τις υπηρεσίες (εισιτήρια, εστίαση) για τις οποίες επίσης εκτιμάται μείωση στις δαπάνες από το 36% των καταναλωτών ενώ αύξηση μόλις από το 19%.

Όλα για ενέργεια-καύσιμα

Σχετικά  θετική είναι η μέτρηση σε σχέση με τη φορολογία για την οποία το 59% εκτιμά ότι θα  μείνει αμετάβλητη, το 15% ότι θα παρουσιάσει μείωση και το 26% αύξηση. Πρακτικά  τα στοιχεία δείχνουν ότι οι καταναλωτές περικόπτουν αγορές προϊόντων και  υπηρεσιών για να πληρώσουν το κόστος ενέργειας και καυσίμων.

Σύμφωνα με τους καταναλωτές, οι δαπάνες για  λογαριασμούς αποτελούν με διαφορά την μεγαλύτερη δαπάνη τους ως ποσοστό επί  του εισοδήματος τους. Συγκεκριμένα, αποτελούν το 32% έναντι 25% τον  προηγούμενο Δεκέμβριο. Αντίθετα μειωμένες είναι οι δαπάνες για αγορές προϊόντων σε σχέση με τον προηγούμενο Δεκέμβριο από 31% σε 26%. Σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες δαπανών, οι δαπάνες για φόρους καταγράφονται σταθερές. Οι υπόλοιπες δαπάνες όπως υπηρεσίες και ενοίκια δεν παρουσιάζουν ουσιαστική μεταβολή.

Τα αποτελέσματα της έρευνας καταγράφουν τη σημαντική αλλαγή που επήλθε στο  καταναλωτικό κοινό το τελευταίο 6μήνο, η οποία αφορά κυρίως την επίδραση του  αυξημένου κόστους της ενέργειας και δευτερευόντως την επίδραση της κρίσης του  COVID-19 στο καταναλωτικό κλίμα και στην αγορά της λιανικής στην Ελλάδα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.