Σε απόγνωση οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι της Χαλκιδικής
Γράφει ο Χρήστος Δημητριάδης
Οι συνέπειες από το συνεχιζόμενο καταστροφικό πόλεμο στην Ουκρανία καθημερινά μεγαλώνουν για την Ελλάδα, όπως και για τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης. Οι τιμές στα καταναλωτικά προϊόντα -εκτός βεβαίως των καυσίμων και γενικά της ενέργειας- έχουν πάρει «φωτιά», καθώς μέρα με την μέρα ανεβαίνουν, πιέζοντας οικονομικά τα νοικοκυριά.
Απρόβλεπτες είναι όμως οι επιπτώσεις στις παραγωγικές δομές της χώρας και ειδικά στον αγροτικό τομέα. Η αλματώδης και ανεξέλεγκτη εν πολλοίς αύξηση των τιμών ζωοτροφών, λιπασμάτων και αγροεφοδίων, απειλεί την ίδια την υπόσταση του αγροτικού κλάδου. Όπως έλεγαν κτηνοτρόφοι / πτηνοτρόφοι οι τιμές των βασικών ζωοτροφών έχουν διπλασιαστεί σε σχέση με πέρυσι. Αν σε αυτά προστεθεί και η μεγάλη αύξηση της ενέργειας, αντιλαμβάνεται κανείς την τεράστια επιβάρυνση, η οποία δεν καλύπτεται από τις αυξημένες τιμές σε γάλα και κρέας. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με όσους θέλουν να καλλιεργήσουν. Τα λιπάσματα -ένα μέρος των οποίων εισάγονταν από τη Ρωσία- έχουν επίσης εκτιναχθεί σε σχέση με πέρυσι ακόμη και κατά 100%. Η αύξηση του κόστους σε μεγάλο βαθμό οφείλεται και στην αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου που χρησιμοποιούν εργοστάσια στη Βόρεια Ελλάδα, στην οποία προστίθεται και η αύξηση των πρώτων υλών. Οι τιμές αυτές σε συνδυασμό με την μεγάλη αύξηση του πετρελαίου κίνησης, λειτουργούν αποτρεπτικά για τις καλλιέργειες στην Ήπειρο με ορατό τον κίνδυνο το καλοκαίρι να υπάρξουν περαιτέρω ελλείψεις σε καλαμπόκι – τριφύλλι που κατά κύριο λόγο χρησιμοποιούν οι κτηνοτροφικές μονάδες, αλλά και σε οπωροκηπευτικά που καλλιεργούνται στα παράλια κυρίως.
Μπροστά στον ορυμαγδό των αυξήσεων η Κυβέρνηση έχει ανακοινώσει ήδη σειρά μέτρων, όπως η επιστροφή του Ειδικού φόρου κατανάλωσης για το αγροτικό πετρέλαιο, η μείωση του συντελεστή του ΦΠΑ στα λιπάσματα στο 6%, το δανεισμό των αγροτών μέχρι 25.000 ευρώ χωρίς εγγυήσεις (που δεν έχει υλοποιηθεί ακόμη), ενώ συζητείται και η ενίσχυσή τους μέσω κουπονιών ύψους 150-200 ευρώ στον καθένα. Τα μέτρα αυτά είναι θετικά, αντιμετωπίζουν όμως εν μέρει το μεγάλο πρόβλημα του κόστους παραγωγής και το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο έχουν περιέλθει οι παραγωγοί. Σε πρώτο στάδιο απαιτείται η άμεση ενεργοποίηση της δυνατότητας δανεισμού των αγροτών, η διάθεση ενίσχυσης για την αγορά λιπασμάτων. Σε δεύτερο – που δεν πρέπει να καθυστερήσει – απαιτούνται νέες πρωτοβουλίες και ρυθμίσεις προκειμένου να μπορέσουν να διατηρηθούν εν «ζωή» οι κτηνοτροφικές/πτηνοτροφικές μονάδες. Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι αν πωληθούν τα ζώα, δύσκολα μπορεί να επαναφερθεί σε λειτουργία μια μονάδα, όσα «μπόνους» και όσα προγράμματα και αν τεθούν σε εφαρμογή. Τα μέτρα βεβαίως θα πρέπει να στοχεύουν και στην καλλιέργεια όσον το δυνατόν περισσότερων στρεμμάτων, προκειμένου να αυξηθεί η επάρκεια των τοπικών παραγόμενων αγροτικών προϊόντων και να μειωθεί η εξάρτηση από αγορές του εξωτερικού.
Και σα να μην έφταναν τα προβλήματα με το κόστος παραγωγής, ένας αριθμός αγροτών και κτηνοτρόφων βρίσκεται αντιμέτωπος και με τη «θηλειά» των δανείων που είχαν λάβει από την πρώην Αγροτική Τράπεζα, τα οποία είναι απαιτητά την τρέχουσα πολύ δύσκολη οικονομική συγκυρία. Τα ανεξόφλητα δάνεια έχουν μεταφερθεί στην Εφορία, η οποία τα βεβαίωσε στους υπόχρεους επιζώντες, αλλά και σε κληρονόμους μέχρι και σε εγγόνια αποβιωσάντων, με τις προσαυξήσεις συνήθως να υπερβαίνουν και το 100% του αρχικού δανείου!





