24 Σεπτεμβρίου, 2022
Πολιτική & Οικονομία Χαλκιδική

Το νομοσχέδιο περί εκλογών που βρίσκεται πάντα στο συρτάρι…

150 Μονοεδρίκες, 150 βουλευτές με λίστα και η διεδρική Χαλκιδική!!!

Το Γερμανικό μοντέλο που μπορεί να επικρατήσει

Πολλές είναι οι συζητήσεις που γίνονται κυρίως σε νεκρό χρόνο για την αλλαγή όχι μόνο του εκλογικού συστήματος αλλά και του τρόπου εκλογής των Βουλευτών με το ταυτόχρονο σπάσιμο των περιφερειών. Ένα μικρό βήμα έγιναν στις εκλογές του 2019

όπου είδαμε οι μεγάλες περιφέρειες της Αττικής να σπάνε σε ποιο πολλές. Έτσι η τεράστια Β Αθηνών είναι παρελθόν όπως και το υπόλοιπό Αττικής. Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες της εφημερίδας μας, το θέμα αυτό πρόκειται να ανοίξει και μάλιστα σύντομα από την Κυβέρνηση σε ένα διάλογο για τις αλλαγές που μπορεί να υπάρξουν στις εκλογικές περιφέρειες. Έτσι αυτό που συζητείται διαχρονικά είναι η αλλαγή μοντέλου που στην Ελλάδα ισχύει από το 1974. Πολλοί πιστεύουν πως αυτό το σύστημα κούρασε, κορέστηκε και κουράστηκε. Δεν μπορεί να αποδώσει πιά καθώς έχουμε Βουλευτές δυο ή τριων ταχυτήτων, ενώ τα παιχνίδια που παίζονται για την εκλογή τους, με συνεργασίες και ανιαρες συμμαχίες έχουν κουράσει επίσης και υποβαθμίζουν τον ρόλο του Βουλευτή. Διαχρονικά ακούμε την στήριξη του λεγόμενου Γερμανικού μοντέλου από τον Θεόδωρο Πάγκαλο και την Ντόρα Μπακογιάννη.  Έτσι μια ελκυστική πρόταση που σίγουρα βλέπει για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας, αναφέρει το σπάσιμο των Περιφερειών με την δημιουργία μονοεδρικών με την εκλογή 150 Βουλευτών με βάση την πρωτιά και την εκλογή 150 Βουλευτών με βάση τις 13 Περιφέρειες της Χώρας με απλή αναλογική. Για να αλλάξει όμως αυτό το σύστημα χρειάζονται 200 Βουλευτές ή να ψηφίστει άμεσα και να ισχύσει από τις επόμενες Βουλευτικές εκλογές. Αυτό σημαίνει πως αν ψηφιστεί άμεσα από την Κυβέρνηση, τότε θα ισχύσει σχεδόν αμέσως, ακούγοντας τις εξαγγελίες του Πρωθυπουργού που έκανε λόγο για διπλές εκλογές.  Φυσικά αυτή η αλλαγή θα φέρει τα πάνω κάτω και στην Χαλκιδική. Ειδικότερα θα υπάρχουν σε επίπεδο Κεντρικής Μακεδονίας μια λίστα όπου θα εκλέγονται συνολικά 25 Βουλευτές με απλή αναλογική ενώ θα εκπροσωπούν τα κόμματα τους. Αν για παράδειγμα η ΝΔ έχει 40% πανελλαδικό ποσοστό, όπως είχε στις εκλογές του 2019, θα εκλέξει τους 10 πρώτους Βουλευτές της λίστας που μπορεί να είναι κάποιος και από την Χαλκιδική. Η Περιφερειακή Ενότητα Χαλκιδικής θα χάσει μια έδρα και έτσι θα εκλέγονται δυο Βουλευτές από την δημιουργία δυο μονοεδρικών. Η μια μονοεδρική θα καλύπτει την λεγόμενη Καλαμαριά με τους Δήμους Νέας Προποντίδας και Κασσάνδρας και η δεύτερη το βόρειο, κεντρικο κομμάτι της Χαλκιδικής με Σιθωνία, Πολύγυρο και Αριστοτέλη. Σε αυτή την περίπτωση θα εκλεγούν δυο βουλευτές, ο πρώτος από το πρώτο κόμμα που βγει στην περιοχή.  Διαβάστε παρακάτω κατά αποκλειστικότητα όλο το σχέδιο έτσι όπως υπάρχει στα συρτάρια.  

Μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες

 

Σύμφωνα με το άρθρ. 1 και 11 του Ν. 3231/2004, «περιφέρεια για την εκλογή

βουλευτών ορίζεται ο νομός» 47Εξαίρεση αποτελούν ο νομός Αττικής που διαιρείται

σε πέντε επιμέρους εκλογικές περιφέρειες, την Α’ και Β’ Αθηνών, την Α’ και Β’

Πειραιώς και το υπόλοιπο Αττικής, και ο νομός Θεσσαλονίκης που αποτελείται από

την Α’ και Β’ Θεσσαλονίκης. Η διοικητική διαίρεση της χώρας48, επομένως,

διαμορφώνει και το μέγεθος των επιμέρους εκλογικών περιφερειών με την έννοια ότι

ο αριθμός των βουλευτών που πρέπει να εκλεγούν σε κάθε εκλογική περιφέρεια

συνδέεται με τα διοικητικά σύνορά της και το μέγεθος του νόμιμου πληθυσμού49 που

ανήκει στα όρια αυτών των συνόρων. Οι βουλευτές που εκλέγονται σε εκλογικές

περιφέρειες στο σύνολο της χώρας είναι 288 (οι υπόλοιποι 12 είναι οι βουλευτές

επικρατείας και εκλέγονται βάσει προκαθορισμένης λίστας). Ο αριθμός που

προκύπτει από τη διαίρεση του συνολικού αριθμού των δημοτών της επικράτειας δια

του συνολικού αριθμού των βουλευτικών εδρών οι οποίες κατανέμονται στις εκλογικές περιφέρειες, είναι το μέτρο με βάση το οποίο υπολογίζεται ο αριθμός

βουλευτικών εδρών που αντιστοιχούν σε κάθε εκλογική περιφέρεια. Διαιρώντας το

τον νόμιμο πληθυσμό κάθε εκλογικής περιφέρειας με το μέτρο αυτό προκύπτει ο

αριθμός των εδρών που εκλέγει κάθε περιφέρεια. Όσες έδρες απομείνουν διατίθενται

μέχρι να συμπληρωθεί ο αριθμός των 288 βουλευτικών εδρών στις εκλογικές

περιφέρειες που έχουν κατά σειρά το μεγαλύτερο υπόλοιπο στην παραπάνω διαίρεση.

Με αυτή τη διαδικασία καθορίζεται ο αριθμός των βουλευτικών εδρών που

αντιστοιχούν σε κάθε εκλογική περιφέρεια. Διαμορφώνονται έτσι εκλογικές

περιφέρειες, ως επί το πλείστον, πολυεδρικές. Από τις 56 εκλογικές περιφέρειες της

Ελλάδας 8 μόνο είναι μονοεδρικές, 6 διεδρικές, 12 τριεδρικές, και οι υπόλοιπες από 4

έδρες και πάνω. Η μεγαλύτερη, σε αριθμό εδρών, εκλογική περιφέρεια είναι αυτή της

Β’ Αθηνών που συγκεντρώνει 42 έδρες. (βλ. πιν. 1)

Ένα από τα πρώτα βήματα στην εφαρμογή του γερμανικού εκλογικού συστήματος,

επομένως, είναι η διαμόρφωση των μονοεδρικών εκλογικών περιφερειών που το ίδιο

προβλέπει. Θα πρέπει, δηλαδή, να πραγματοποιήσουμε αναδιαχωρισμό των

εκλογικών περιφερειών ώστε να σχηματιστούν 150 μονοεδρικές περιφέρειες, στις

οποιες θα εκλέγονται ισάριθμοι βουλευτές βάσει σχετικής πλειοψηφίας. Καταλήξαμε

σε αυτόν τον αριθμό βουλευτών (οι μισοί από τους 300 που εκλέγονται στο ελληνικό

Κοινοβούλιο) προσπαθώντας να ακολουθήσουμε κατά γράμμα το γερμανικό

εκλογικό σύστημα. Ο αριθμός αυτός θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερος (π.χ. 200) ή

και μικρότερος (π.χ. 50). Ανάλογες προτάσεις διατυπώθηκαν κατά διαστήματα από

πολλούς και αφορούσαν στην εκλογή βουλευτών σε μονοεδρικές ή ολιγοεδρικές

περιφέρειες και στη θεσμοθέτηση βουλευτών ευρύτερων περιφερειών, έμειναν όμως

μόνο πρότασεις αφού δεν μελετήθηκαν διεξοδικά. Εμείς επιλέξαμε να

παρουσιάσουμε την εκδοχή εκλογής των μισών ακριβώς βουλευτών του ελληνικού

Κοινοβουλίου θεωρώντας ότι η πλησιέστερη προς το γερμανικό εκλογικό σύστημα

εκδοχή θα συνέβαλε στη μέγιστη αναλογικότητα που επιθυμούμε να πετύχουμε. Δεν

είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότερες χώρες στρέφονται προς την υιοθέτηση

εκλογικών συστημάτων ανάλογων του γερμανικού, προς μια μορφή δηλαδή «μικτού»

συστήματος που θα «καθρευτίζει» τις πολιτικές αντιλήψεις της κοινωνίας στο

Κοινοβούλιο και θα ευνοεί τις κυβερνήσεις συνεργασίας βγάζοντας τις χώρες από το

αδιέξοδο που προκαλεί η αδυναμία σχηματισμού ισχυρής κυβέρνησης. Όλα τα

συναφή εκλογικά συστήματα διαμορφώνονται βέβαια βάσει των ιδιαίτερων

κοινωνικών και ιστορικών συνθηκών που επικρατούν σε κάθε χώρα και έχουν προσαρμοστεί στο πολιτικό και κομματικό σύστημά της.

 

Ακολουθώντας την παραπάνω περιγραφόμενη διαδικασία, επομένως, διαιρούμε τον

νόμιμο πληθυσμό της χώρας με τον αριθμό των 150 βουλευτών που θα εκλέγονται με

σχετική πλειοψηφία σε μονοεδρικές περιφέρειες. (10.205.092 / 150)53. Το μέτρο που

προκύπτει κυμαίνεται γύρω στις 68.000 ψηφοφόρους ανά βουλευτική έδρα. Με βάση

αυτό το μέτρο θα σχηματιστούν οι νέες μονοεδρικές περιφέρειες. Ο νόμος όμως

ορίζει τα διοικητικά όρια των νομών ως όρια των εκλογικών περιφερειών. Εξαίρεση

αποτελούν οι νομοί Αττικής και Θεσσαλονίκης, όπως αναφέρουμε και παραπάνω.

Για να πραγματοποιηθεί σωστά ο αναδιαχωρισμός θα πρέπει είτε να οριστούν εκ νέου

τα όρια των νομών, να δημιουργηθεί δηλαδή μια νέα διοικητική διαίρεση της χώρας

από αυτή που ισχύει από το 1985, είτε να κατανεμηθούν οι έδρες στο εσωτερικό των

νομών διατηρώντας τα υφιστάμενα διοικητικά σύνορα54. Στην πρώτη περίπτωση,

δηλαδή την επαναχάραξη των διοικητικών ορίων των νομών (και κατά συνέπεια και

των εκλογικών περιφερειών) ώστε να δημιουργηθούν μονοεδρικές περιφέρειες με

νόμιμο πληθυσμό που να προσεγγίζει το εκλογικό μέτρο, πρόκειται για μια

διαδικασία χρονοβόρα, πολυδάπανη και μάλλον άκαρπη μιας και οι πιθανές

αυξομειώσεις και μετακινήσεις του πληθυσμού σημαίνουν την ανάγκη συνεχούς

αναπροσαρμογής των διοικητικών συνόρων των νομών. Γι’ αυτό και επιλέγουμε την

δεύτερη δυνατότητα. Διατηρούμε την σημερινή διοικητική διαίρεση της χώρας,

δηλαδή τους 51 νομούς, και ακόμα πιο συγκεκριμένα διατηρούμε την υφιστάμενη

διαίρεση σε εκλογικές περιφέρειες. Με βάση, επομένως, τη διαίρεση της επικράτειας

σε 56 εκλογικές περιφέρειες, συμπεριλαμβανομένων των Α’ και Β’ Αθηνών, Α’ και

Β’ Πειραιώς, υπόλοιπο Αττικής και Α’ και Β’ Θεσσαλονίκης, δημιουργούμε

μονοεδρικές περιφέρειες στο εσωτερικό των συνόρων τους ενώνοντας τους νόμιμους

πληθυσμούς των δήμων που συνορεύουν. Η «συνένωση» των πληθυσμών των

δήμων, όπως και ο διαχωρισμός των μονοεδρικών περιφερειών στο εσωτερικό των

νομών, δεν έγινε αυθαίρετα. Χρησιμοποιήθηκαν κάποια βασικά κριτήρια που ισχύουν

σχεδόν σε όλες τις διαδικασίες διαμόρφωσης εκλογικών περιφερειών. Σύμφωνα και

με τη βιβλιογραφία, το πρώτο κριτήριο ήταν η διατήρηση μιας πληθυσμιακής ισορροπίας ανάμεσα στις εκλογικές περιφέρειες. Και ειδικά επειδή πρόκειται για

μονοεδρικές περιφέρειες, εκλέγεται δηλαδή ένας βουλευτής σε κάθε περιφέρεια με

σχετική πλειοψηφία, η σημασία της μέγιστης πληθυσμιακής ισότητας των

περιφερειών είναι ακόμα μεγαλύτερη. Διαμορφώνονται, με τον τρόπο αυτό, ίσοι όροι

ανταγωνισμού για τους υποψήφιους βουλευτές και ίσοι όροι αντιπροσώπευσης του

εκλογικού σώματος κάθε περιφέρειας. Όπως εξηγήσαμε παραπάνω, το

«πληθυσμιακό» μέτρο που ορίσαμε βάσει νόμιμου πληθυσμού και αριθμού εδρών

που εκλέγονται στις μονοεδρικές περιφέρειες, είναι περίπου 68.000 ψηφοφόροι ανά

περιφέρεια. Το δεύτερο κριτήριο που θέσαμε στον αναδιαχωρισμό των εκλογικών

περιφερειών ήταν η γεωγραφική εγγύτητα των δήμων που συνενώσαμε, όπως και των

νομών στις περιπτώσεις που «ενώσαμε» τους πληθυσμούς τους55, ώστε να

διαμορφωθούν ισομεγέθεις πληθυσμιακά περιφέρειες.

Η σημασία της

γεωγραφικής εγγύτητας των δήμων και των νομών συνδέεται στενά και με τους

κοινωνικούς και, πιθανόν, οικονομικούς δεσμούς που διατηρούν οι δημότες των

δήμων και των νομών μεταξύ τους. Δύο δήμοι που εκλέγουν τον ίδιο βουλευτή να

τους αντιπροσωπεύει δεν μπορούν να απέχουν μεταξύ τους ή να χωρίζονται από

κάποιο φυσικό εμπόδιο (βουνό, ποτάμι, λίμνη)56 αφενός για πρακτικούς λόγους, όπως

την οικονομική επιβάρυνση μιας προεκλογικής εκστρατείας που έχει να

αντιμετωπίσει τέτοιου είδους «εμπόδια», αφετέρου για πολιτικούς και ηθικούς

λόγους, με την έννοια της διατήρησης μιας ισορροπίας στον ανταγωνισμό ανάμεσα

στους υποψηφίους αστικών και αγροτικών περιφερειών. Ένας υποψήφιος που πρέπει

να μεταβεί σε δεκάδες μικρά χωριά απομακρυσμένα μεταξύ τους και από το κέντρο

και να «υπερπηδήσει» φυσικά εμπόδια για να επικοινωνήσει με τους ψηφοφόρους,

αντιμετωπίζει περισσότερες δυσκολίες από κάποιον υποψήφιο αστικής περιοχής που

έχει άμεση πρόσβαση στο εκλογικό σώμα για να μεταφέρει τα μηνύματα και το

πρόγραμμά του.

Ωστόσο, προσπαθήσαμε να πετύχουμε μια σχετική αναλογία

(όπου βέβαια ήταν δυνατή η εφαρμογή της) αστικών κέντρων και αγροτικών

περιοχών στο εσωτερικό των νομών. Γι’ αυτό το λόγο και ξεκινάμε τη διαδικασία

επαναχάραξης των εκλογικών περιφερειών ενός νομού από τον δήμο ή τους δήμους

με το μεγαλύτερο νόμιμο πληθυσμό θεωρώντας τους ως κέντρα και προσθέτωντας με

τη σειρά τους γεωγραφικά εγγύτερους προς τα κέντρα δήμους μέχρι να

συμπληρώσουμε ή να πλησιάσουμε το εκλογικό μέτρο. Στις περιπτώσεις που δεν

υπήρχαν ξεκάθαρα κέντρα, ξεκινούσαμε από τους δήμους που βρίσκονταν στα άκρα

των νομών προσθέτωντας τον δήμο ή τους δήμους που συνόρευαν με αυτά. Σε

ορισμένες περιπτώσεις η συνένωση συγκεκριμένων δήμων ήταν επιτακτική, όχι μόνο

για την ικανοποίηση του πληθυσμιακού κριτηρίου αλλά και επειδή η πρόσβαση στον

ένα δήμο ήταν εφικτή μόνο με την διέλευση από τον δεύτερο. Προσπαθήσαμε, όσο το

δυνατόν, να δημιουργήσουμε γεωγραφικές ενότητες κυκλικού σχήματος που

περιλαμβάνουν ετερογενείς και προσβάσιμες περιοχές.

Κατά τη διαδικασία αναδιαχωρισμού των εκλογικών περιφερειών παρουσιάστηκαν

περιπτώσεις δήμων, οι οποίοι λόγω του αυξημένου νόμιμου πληθυσμού τους έπρεπε

είτε να οριστούν ως αυτόνομες μονοεδρικές περιφέρειες είτε να χαραχθούν στο

εσωτερικό τους δύο ή περισσότερες μονοεδρικές περιφέρειες. Πρόκειται για δήμους

στις μεγάλες αστικές περιοχές όπως των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης. Πιο

συγκεκριμένα, οι δήμοι Αθηναίων με 595.000, Περιστερίου με 121.317, Πειραιώς με

184.007, Πατρεών με 145.988, Ηρακλείου με 115.610 και Θεσσαλονίκης με 284.898

δημότες. Οι δήμοι Βόλου και Λάρισας προσεγγίζουν, επίσης, πληθυσμιακά το

εκλογικό μέτρο αλλά επιλέξαμε να «συνενωθούν» με μικρότερους σε πληθυσμό

δήμους για επιτεχθεί μια πιο ίση κατανομή των πληθυσμών των μονοεδρικών

εκλογικών περιφερειών στο εσωτερικό του νομού. Σε αυτό το σημείο παρουσιάζεται

το εξής πρόβλημα: Σύμφωνα με τις διατάξεις για τους εκλογικούς καταλόγους «η

εκλογή γίνεται σε κάθε δήμο ή κοινότητα μόνο με τους εκλογικούς καταλόγους που

… έχουν καταρτιστεί με βάση τα δημοτολόγια του οικείου δήμου ή κοινότητας»

Οι πιο περίπλοκες σε χάραξη εκλογικές περιφέρειες ήταν αυτές των μεγάλων αστικών

κέντρων, κυρίως των νομών Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Οι δύο νομοί

περιλαμβάνουν δήμους με μεγάλα και ετερόκλητα μεγέθη πληθυσμού γεγονός που

καθιστά δύσκολη τη διατήρηση του πληθυσμιακού κριτηρίου στο σχηματισμό των

μονοεδρικών περιφερειών. Για αυτό το λόγο τους περισσότερους δήμους που

προσέγγιζαν ή υπερέβαιναν κατά πολύ το εκλογικό μέτρο των 68.000 ψηφοφόρων

ανά εκλογική περιφέρεια τους ενώσαμε με τους πλησιέστερους δήμους, όπου ήταν

φυσικά δυνατόν, δημιουργώντας ευρύτερες περιφέρειες που περιλαμβάνουν

περισσότερες από μια μονοεδρικές περιφέρειες. Στόχος μας ήταν η διατήρηση της

πληθυσμιακής ισορροπίας και της ισότιμης εκπροσώπησης του εκλογικού σώματος

των μονοεδρικών περιφερειών που επιδιώκαμε να σχηματίσουμε. Συγχρόνως,

υπήρχαν και δήμοι οι οποίοι τόσο βάσει γεωγραφικών χαρακτηριστικών όσο και

τεχνικών κριτηρίων ήταν προτιμότερο να διατηρηθούν ως αυτόνομες εκλογικές

περιφέρειες, όπως οι δήμοι Ηλιούπολης και Γλυφάδας. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα

για να γίνει πιο κατανοητό: Ο δήμος Καλλιθέας, ο δεύτερος σε πληθυσμό δήμος της

Β’ Αθηνών με 85.418 δημότες, αποτελεί θεωρητικά αυτόνομη μονοεδρική περιφέρεια

μιας και καλύπτει το εκλογικό μέτρο των 68.000 ψηφοφόρων ανά μονοεδρική που

έχουμε ορίσει. Συνορεύει όμως με τους δήμους Μοσχάτου και Ταύρου, οι οποίοι με

τη σειρά τους δεν συνορεύουν με άλλους δήμους στην ευρύτερη περιφέρεια της Β’

Αθηνών ενώ οι πληθυσμοί τους αθροιζόμενοι υπολείπονται του εκλογικού μέτρου.

Αφού επιλέξαμε να διατηρήσουμε τα όρια των δήμων και τα όρια των ευρύτερων

περιφερειών (εννοώ της Α’ και της Β’ Αθηνών), η μόνη λύση ήταν να ενώσουμε τους

τρεις δήμους σε μια εκλογική περιφέρεια με πληθυσμό 121.442 δημότες η οποία θα

περιλαμβάνει δύο επιμέρους μονοεδρικές περιφέρειες. Ένα δεύτερο παράδειγμα

αποτελεί ο δήμος Χαλανδρίου με πληθυσμό 52.062 δημότες. Θα μπορούσε να

διατηρηθεί ως αυτόνομη μονοεδρική περιφέρεια αλλά επιλέξαμε να συνενώσουμε τον

πληθυσμό του με την ευρύτερη περιφέρεια που περιλαμβάνει τους δήμους Αγίας

Παρασκευής, Χολαργού και Παπάγου με συνολικό νομιμό πληθυσμό 73.020

δημότες, να δημιουργήσουμε δύο μονοεδρικές περιφέρειες με μέσο όρο περίπου

62.000 ψηφοφόρους και να διατηρήσουμε με τον τρόπο αυτό μια ισορροπία στην

εκπροσώπηση του πληθυσμού των περιφερειών. Την ίδια διαδικασία εφαρμόσαμε

στους περισσότερους μεγάλους σε πληθυσμό δήμους (Ίλιον, Αιγάλεω, Νέα Ιωνία,

Νέα Σμύρνη, Γλυφάδα εκτός του δήμου Ηλιούπολης). Συνολικά δημιουργήθηκαν 12

ευρύτερες περιφέρειες στο εσωτερικό των οποίων σχηματίστηκαν οι μονοεδρικές

εκλογικές περιφέρειες που αντιστοιχούν στις 22 έδρες που δικαιούται η Β΄ Αθηνών

βάσει του προτεινόμενου εκλογικού συστήματος και του νόμιμου πληθυσμού της63.

Ένα ακόμα σημαντικό πρόβλημα που είχαμε να αντιμετωπίσουμε ήταν η

επαναχάραξη των ήδη υπαρχουσών μονοεδρικών περιφερειών.

Δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν, δηλαδή, μονοεδρικές περιφέρειες με

26.000 ψηφοφόρους που να εκλέγουν έναν υποψήφιο εκπροσωπό τους και

μονοεδρικές περιφέρειες με τον πενταπλάσιο αριθμό ψηφοφόρων που να εκλέγουν

δύο βουλευτές για να εκπροσωπηθούν στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Με τον τρόπο

αυτό αναιρείται μια από τις βασικές αρχές της εκλογικής διαδικασίας και μειώνεται η

αξία του δημοκρατικού μας πολιτευματος. Παρ’ ολά αυτά, η παραπάνω πρόταση

είναι μια επιλογή. Για να μην υπάρχουν προβλήματα ανισότητας της ψήφου των

εκλογικών σωμάτων των περιφερειών, όμως, οφείλουμε να φροντίσουμε να

«διορθωθούν» αυτές οι αποκλίσεις. Ένας τρόπος πρόληψης της ανισότητας στην

εκπροσώπηση θα ήταν να λάβουν οι νομοί που χάνουν από την κατανομή των έδρων

που αντιστοιχούν στις μονοεδρικές περιφέρειες, τις έδρες που τους αναλογούν από τις

έδρες που αφορούν στη λίστα της ευρύτερης περιφέρειας στην οποία ανήκουν. Για

παράδειγμα, τις δύο έδρες που «δίνουμε» στους νομούς Λευκάδας και Ευρυτανίας για

να τις διατηρήσουμε ως αυτόνομες μονοεδρικές περιφέρειες τις «παίρνουμε» από

τους νομούς Χαλκιδικής και Κιλκίς, στους οποίους με βάση τους υπολογισμούς και

νόμιμο πληθυσμό τους αναλογούν από δύο μονοεδρικές περιφέρειες. Οι νομοί

αυτοί ανήκουν στην ευρύτερη εκλογική περιφέρεια της Κεντρικής Μακεδονίας. Θα

εκπροσωπούνται, δηλαδή, και από βουλευτές που θα έχουν εκλεγεί στην ευρύτερη

περιφέρεια. Άρα, θα μπορούσαν να «λάβουν» ως αντιστάθμισμα για τις απώλειες

τους από την διαδικασία αναδιαχωρισμού των μονοεδρικών περιφερειών κάποια

οφέλη σε επίπεδο ευρύτερων περιφερειών. Να εκλέγονται, πιο απλά, δύο παραπάνω

βουλευτές από όσους αναλογούν στην περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας. Μια τέτοια

διαδικασία, ωστόσο, κρίναμε ότι είναι αρκετά περίπλοκη και αμφισβητήσιμη.

Για το λόγο αυτό ακολουθήσαμε τη δεύτερη επιλογή. Να ενώσουμε, δηλαδή, τους

δύο αυτούς νομούς με τον γεωγραφικά εγγύτερο νομό που τυχαίνει και για τους δύο

να είναι ο νομός Αιτωλοακαρνανίας. Προχωράμε λοιπόν πραγματοποιώντας μια

δεύτερη διαδικασία κατανομής των μονοεδρικών περιφερειών στους νομούς

προσθέτωντας αυτή τη φορά στον πληθυσμό του νομού Αιτωλοακαρνανίας τους

πληθυσμούς των νομών Λευκάδος και Ευρυτανίας. Παρατηρούμε λοιπόν ότι στο

νομό Αιτωλοακαρνανίας θα σχηματιστεί ακόμα μια μονοεδρική περιφέρεια ενώ ο

νομός Ζακύνθου παύει να είναι μονοεδρική περιφέρεια όπως προέκυψε στην

προηγούμενη διαδικασία κατανομής. Αντιμετωπίζουμε δηλαδή το ίδιο πρόβλημα.

Ακολουθούμε, επομένως, τα ίδια βήματα που κάναμε για τους νομούς Λευκάδος και

Ευρυτανίας. Προσθέτουμε, δηλαδή, τον πληθυσμό του νομού στο εκλογικό σώμα του

γεωγραφικά εγγύτερου νομού. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, επειδή πρόκειται για

νησί, ο πλησιέστερος νομός με τον οποίο διατηρεί και συγκοινωνιακή επαφή είναι ο

νομός Κεφαλληνίας. Υπολογίζοντας, άρα, για τρίτη φορά τις μονοεδρικές περιφέρειες

που αντιστοιχούν σε κάθε νομό καταλήγουμε ότι οι νομοί Κεφαλληνίας και

Ζακύνθου σχηματίζουν μια αυτόνομη μονοεδρική περιφέρεια. Τα αποτελέσματα της

τρίτης κατανομής είναι και τα τελικά μιας και κάθε νομός λαμβάνει τουλάχιστον μια

έδρα. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνουμε μια ελάχιστη αναλογία νόμιμου πληθυσμού/

αριθμού μονοεδρικών περιφερειών ανάμεσα στους νομούς ώστε να μην υπάρχουν

δυσαναλογίες στην εκπροσώπηση των εκλογικών σωμάτων κάποιων νομών έναντι

άλλων. Στις νέες u949 ενότητες που δημιουργήσαμε, της Αιτωλοακαρνανίας, Λευκάδος και

Ευρυτανίας και της Κεφαλλήνιας και Ζακύνθου αναλογούν 5 και 1 μονοεδρικές

αντίστοιχα. Σε αυτό το σημείο προκύπτει, ωστόσο, ένα ακόμα ζήτημα. Στην

κατανομή των υπόλοιπων 150 εδρών στις ευρύτερες περιφέρειες θα υπάρξουν

προβλήματα μιας και σύμφωνα με την πρόταση μας οι νομοί Λευκάδος και

Ευρυτανίας δεν «ανήκουν» πλέον στις ευρύτερες περιφέρειες των Ιονίων Νήσων και της Στερεάς Ελλάδας αντίστοιχα, αλλά μαζί με την Αιτωλοακαρνανία στη Δυτική

Ελλάδα.

 

Ευρύτερες εκλογικές περιφέρειες

Το δεύτερο βήμα στην εφαρμογή μιας παραλλαγής του γερμανικού εκλογικού

συστήματος στον ελληνικό χώρο είναι η κατάρτιση ευρύτερων περιφέρειων που να

προσομοιάζουν στα ομόσπονδα κρατίδια της Γερμανίας. Για την διαμόρφωση αυτών

των ευρύτερων περιφερειών επιλέξαμε να χρησιμοποιήσουμε ως βάση τις διοικητικές

περιφέρειες που ισχύουν σήμερα με βάση το πρόγραμμα Καποδίστριας. Η χώρα είναι

«χωρισμένη» διοικητικά σε δεκατρεις περιφέρειες Ανατολική Μακεδονία και Θράκη,

Αττική, Βόρειο Αιγαίο, Δυτική Ελλάδα, Δυτική Μακεδονία, Ήπειρος, Θεσσαλία,

Ιόνια Νησιά, Κεντρική Μακεδονία, Κρήτη, Νότιο Αιγαίο, Πελοπόννησος και Στερεά

Ελλάδα. Προσθέτωντας τους πληθυσμούς των νομών που ανήκουν διοικητικά σε

κάθε περιφέρεια υπολογίσαμε τον νόμιμο πληθυσμό τους. Το εκλογικό μέτρο για τον

καθορισμό του αριθμού των εδρών που δικαιούται κάθε περιφέρεια είναι το ίδιο

(περίπου 68.000 εκλογείς ανά έδρα) με αυτό που χρησιμοποιήσαμε για την χάραξη

των μονοεδρικών περιφερειών αφού κατανέμουμε και πάλι 150 έδρες, ακριβώς τις

μισές βουλευτικές έδρες του ελληνικού Κοινοβουλίου. Επειδή, όμως, κατά τη

διαδικασία αναδιαχωρισμού των μονοεδρικών περιφερειών συναντήσαμε το ζήτημα

που περιγράφουμε παραπάνω, δηλαδή η ένωση του νομού Λευκάδος και Ευρυτανίας

με το Νομο Αιτωλοακαρνανίας στη διαδικασία κατανομής των εδρών τις «αποσπάει»

ουσιαστικά από τις ευρύτερες περιφέρειες που ανήκουν, των Ιόνιων Νήσων και της

Στερεάς Ελλάδας αντίστοιχα, επιλέξαμε να διανείμουμε και τις τριακόσιες έδρες του

ελληνικού Κοινοβουλίου και να αφαιρέσουμε στην συνέχεια τον αριθμό των

μονοεδρικών περιφερειών που αντιστοιχούν σε κάθε ευρύτερη περιφέρεια. Με τον

τρόπο αυτό πετύχαμε μια πιο ορθή αναλογία νόμιμου πληθυσμού/ ευρύτερων

εκλογικών περιφερειών. Δημιουργήθηκε, επομένως, ένα νέο εκλογικό μέτρο της

τάξεως των 34.000 ψηφοφόρων ανά έδρα για τις ευρύτερες περιφέρειες. Από τη

διαίρεση των πληθυσμών των ευρύτερων περιφερειών με το εκλογικό μέτρο

προκύπτει ο αριθμός των εδρών που αντιστοιχούν σε κάθε περιφέρεια. Ακολουθούμε

την ίδια διαδικασία με την οποία κατανείμαμε τις 150 έδρες των μονοεδρικών

περιφερειών, δηλαδή το ακέραιο μέρος του πηλίκου u945 αντιστοιχεί στον αριθμό των

εδρών που δικαιούται κάθε περιφέρεια και οι έδρες που απομένουν κατανέμονται στις

περιφέρειες με το μεγαλύτερο υπόλοιπο σε εκλογείς από τη διαίρεση. Να τονίσουμε

ότι, πριν ξεκινήσουμε τη διαδικασία κατανομής των εδρών, αφαιρέσαμε από τον

νόμιμο πληθυσμό που αντιστοιχεί στις περιφέρειες των Ιονίων Νήσων και της

Στερεάς Ελλάδας τους πληθυσμούς των νομών Λευκάδος και Ευρυτανίας αντιστοιχα,

και τους προσθέσαμε στον νόμιμο πληθυσμό της περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας.

Στη συνέχεια αφαιρούμε από τον τελικό αριθμό εδρών που προέκυψε για κάθε

περιφέρεια τον αριθμό των μονοεδρικών εκλογικών περιφερειών που σχηματίστηκαν

στο εσωτερικό των ορίων της, δηλαδή στα όρια των νομών που της ανήκουν

διοικητικά. Το υπόλοιπο της αφαίρεσης είναι ο τελικός αριθμός εδρών που λαμβάνει

κάθε ευρύτερη περιφέρεια. Οι τελικές έδρες θα κατανέμονται στα κόμματα βάσει

δεσμευμένων λιστών που θα διαθέτουν διαφορετικό αριθμό υποψηφίων για κάθε

περιφέρεια. Από τέτοιου είδους λίστες εκλέγονται, σύμφωνα με τον σημερινό

εκλογικό νόμο, οι βουλευτές επικρατείας. Να αναφέρουμε επίσης ότι αντίστοιχη

πρόβλεψη, δηλαδή εκλογής υποψήφιων βουλευτών από λίστα, υπάρχει στον

σημερινό ελληνικό εκλογικό νόμο και για την περίπτωση που «…οι βουλευτικές

εκλογές διενεργούνται μέσα σε δεκαοκτώ μήνες από τις προηγούμενες, δεν

εφαρμόζονται για τις εκλογές αυτές οι περί εκλογής βουλευτών με σταυρό

προτιμήσεως διατάξεις του παρόντος, αλλά οι περί σειράς καταλήψεως εδρών

διατάξεις (λίστα) του Π.Δ. 152/1985…»64. Παρόλο που η εκλογή βουλευτών του

ελληνικού Κοινοβουλίου από λίστα έχει πραγματοποιήθει μόνο μια φορά στο

παρελθόν65 δεν είναι άγνωστη σαν σκέψη στο πολιτικό και κοινωνικό χώρο.

Οι ψηφοφόροι, επομένως, έχουν δύο ψήφους, μια προς τους υποψηφίους της

μονοεδρικής περιφέρειας που είναι εκλογείς και μια προς τις λίστες υποψηφίων που

υποβάλουν τα κόμματα για τις έδρες που αντιστοιχούν στις ευρύτερες περιφέρειες.

Ακόμα πιο απλά, «στήνονται» δύο κάλπες: η μια αφορά

Την μονοεδρική περιφέρεια και η άλλη κομματικό  ψηφοδέλτιο από το οποίο εκλέγονται με τη σειρά που αναγράφονται υποψήφιοι της

ευρύτερης περιφέρειας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι δύο ψήφοι πρέπει να

ταυτίζονται ως προς το κόμμα. Δεν αποκλείεται, και σίγουρα δεν απαγορεύεται, η

πρώτη ψήφος να αφορά τον υποψήφιο ενός κόμματος και η δεύτερη τη λίστα κάποιου

άλλου. Οι ψηφοφόροι εκπροσωπούνται έτσι τόσο από τον υποψήφιο που θα εκλεγεί στη μονοεδρική όσο και από τον υποψήφιο ή υποψήφιους που θα εκλεγούν σε

επίπεδο περιφέρειας. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε βουλευτές «δύο ταχυτήτων»,

δηλαδή βουλευτές που εκλέγονται σε μικρές πληθυσμιακά και γεωγραφικά

περιφέρειες όπου είναι εύκολη η πρόσβαση και η επαφή με το εκλογικό σώμα, και

βουλευτές που εκλέγονται σε μεγάλες περιφέρειες όπου ισχύουν διαφορετικοί όροι

ανταγωνισμού με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να διαδραματίζουν τον κυρίαρχο

ρόλο. Τα χαρακτηριστικά πλειοψηφικού συστήματος

που εμφανίζονται στην εκλογή στις μονοεδρικές περιφέρειες, περιοριζονται στη

χρήση της σχετικής πλειοψηφίας για την ανάδειξη του «νικητή» στις μονοεδρικές

περιφέρειες, οι οποίες είναι ουσιαστικά ήδη προσκυρωμένες στο κόμμα από την

διαδικασία υπολογισμού των αναλογούμενων στο ποσοστό ψήφων που έχει λάβει στο

σύνολο της επικράτειας.

Στα πλεονεκτήματα της λίστας συγκαταλέγονται η μείωση της εξάρτησης των

υποψηφίων από την ψήφο των εκλογέων, την εξάλειψη των πελατειακών σχέσεων

ψηφοφόρων/βουλευτών στη βάση εξυπηρετήσεων, «ρουσφέτιων» και οποιωνδήποτε

συναλλαγών με αντάλλαγμα την ψήφο. Δημιουργεί επίσης τις προϋποθέσεις για την

διενέργεια πιο «καθαρών» προεκλογικών εκστρατείων όπου πλέον συναγωνίζονται τα

ίδια τα κόμματα, οι αρχές, οι θέσεις και τα προγράμματα τους σε διάφορα πολιτικά,

οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα ως σύνολο και όχι ως ανεξάρτητα εκφραζόμενες,

και αλληλοσυγκρουόμενες πολλές φορές, ιδέες μελών και υποψηφίων τους. Σε

γενικές γραμμές η εκλογή βάσει λίστας συμβάλει, επίσης, στην ανάπτυξη των

δημοκρατικών λειτουργιών και διαδικασιών στο εσωτερικό των κομμάτων. Βέβαια,

τα στοιχεία που παρουσιάσαμε ως τώρα, τουλάχιστον για τους βουλευτές επικρατείας

που εκλέγονται με αυτό το σύστημα, δείχνουν μάλλον το αντίθετο. Στα περισσότερα

κόμματα τον κυρίαρχο ρόλο στην επιλογή των υποψηφίων του ψηφοδελτίου

επικρατείας έχουν οι ηγεσίες ή ανώτερα όργανα του κόμματος. Ωστόσο, τη στιγμή

που ο αριθμός των βουλευτών που εκλέγονται μέσω λίστας είναι τόσο μικρός, είναι

λογικό τα κόμματα να μην έχουν αναπτύξει σε μεγάλο βαθμό τις δημοκρατικές

διαδικασίες για την ανάδειξη των υποψηφίων. Τέλος, η εκλογή με λίστα μειώνει

δραματικά τα έξοδα προεκλογικής εκστρατείας ανά υποψήφιο, όπως μειώνει και τις

προσωπικές συναλλαγές των υποψηφίων με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης

διαμορφώνοντας νέα πλαίσια ανταγωνισμού Έτσι, οι υποψήφιοι συναγωνίζονται στο

εσωτερικό του κόμματος τους είτε για μια υποψηφιότητα σε μονοεδρική περιφέρεια

είτε για μια «υψηλότερη» θέση στη λίστα, και άρα αυξημένες πιθανότητες εκλογής

τους στο Κοινοβούλιο. Αυτό βέβαια μπορεί να προκαλέσει και τα αντίθετα

αποτελέσματα. Με λίγα λόγια, αυξημένο ανταγωνισμό στο εσωτερικό του κόμματος

με αποτέλεσμα να τίθεται σε κίνδυνο η ενότητά του, καθώς και ενίσχυση της δύναμης

και του ρόλου της ηγεσίας του αφού η συμμετοχή και η σειρά εκλογής των

υποψηφίων στη λίστα πιθανόν να επηρεάζεται σημαντικά από τη σχέση τους με τα

ανώτερα όργανα και τον ίδιο τον αρχηγό του κόμματος. Η καθιέρωση και ανάπτυξη

θεσμών και μηχανισμών που λειτουργούν μέσα σε δημοκρατικά πλαίσια και

συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία ανάδειξης των υποψηφίων θα μπορούσε να αποτελέσει πρόχωμα σε μια ακραία ενίσχυση της εξουσίας των κομματικών ηγεσιών,

τη στιγμή μάλιστα που οι τελευταίες θα καλούνταν να εξηγήσουν τα κριτήρια

επιλογής ή αποκλεισμού συγκεκριμένων υποψηφίων. Τίποτα όμως δεν είναι βέβαιο,

ειδικά στην ελληνική πραγματικότητα όπου τα κόμματα είναι συγκεντρωτικά

οργανωμένα γύρω από τον αρχηγό.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.