1 Οκτωβρίου, 2022
Ελλάδα

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΄21

Γράφει ο Γιώργος Ζωγραφάκης

          Η καταστροφή της Χίου και των Ψαρών

Πολλές καταστροφές δοκίμασαν οι Έλληνες στη διάρκεια του απελευθερωτικού πολέμου του 1821. Από τις πολλές δοκιμασίες, σήμερα θα αναφερθούμε μόνο στην καταστροφή  της  Χίου και των Ψαρών.

                  Η  κ α τ α σ τ ρ ο φ ή   τ η ς   Χ ί ο υ

Η Χίος ήταν,  την περίοδο της τουρκοκρατίας, ένα νησί αρκετά διαφορετικό από τα άλλα νησιά του Αιγαίου. Βασική αιτία ήταν η από αιώνων καλλιέργεια εκεί της, και σήμερα ακόμη, περίφημης μαστίχας της Χίου. Μάλιστα τότε, όλη σχεδόν η παραγωγή έφτανε στα σουλτανικά παλάτια, στις γυναίκες και στα χαρέμια του Σουλτάνου και στις πολυπληθείς γυναίκες των αξιωματούχων του. Έτσι ο Σουλτάνος έκανε στους Χιώτες κάποιες συνθήκες ζωής λιγότερο απεχθείς απ’ ότι στους υπόλοιπους ραγιάδες, θεωρώντας τους έτσι ευνοημένους.

  Όμως, αυτοί οι …ευνοημένοι ραγιάδες ξεσηκώθηκαν μαζί με τους άλλους Έλληνες, από τις 11 Μαρτίου 1822, όταν έφτασε στη Χίο, από την κοντινή Σάμο, ο επαναστάτης Λυκούργος Λογοθέτης και συναντήθηκε με τον εκεί οπλαρχηγό Α. Μπουρνιά.

  Η ισχυρή τουρκική φρουρά της Χίου μαζί με τους 3.000 Τούρκους του νησιού κλείστηκαν στο κάστρο, το οποίο οι επαναστάτες δε μπόρεσαν να καταλάβουν. Μαθαίνοντας  ο Σουλτάνος την επανάσταση των …ευνοημένων Χιωτών, εξοργίστηκε σφόδρα και έδωσε εντολή στον αρχηγό του στόλου του ναύαρχο Καρά Αλή να σπεύσει και να τιμωρήσει σκληρά τους αχάριστους Χιώτες.

Η καταστροφή: Πράγματι ο Καρά Αλής, οδηγώντας, εκτός από τους ναύτες και τα κανόνια του, 7.000 Τούρκους, έφτασε, στις 30 Μαρτίου 1822, στη Χίο, όπου οι ισχυρές δυνάμεις του δεν άργησαν να λύσουν την πολιορκία του κάστρου, και να επιδοθούν στη συνέχεια σε πρωτοφανείς εκδικητικές πράξεις. Από τους 150.000, κατά πιο πιθανή εκτίμηση, κατοίκους της Χίου, κατάφεραν να φύγουν, χρησιμοποιώντας απόμερα σημεία και κάθε λογής πλεούμενα, περίπου 23.000 κάτοικοι, άλλοι 45.000 σφαγιάστηκαν, ενώ 50.000, αγόρια 3-12 χρονών και γυναίκες 3-40 χρονών, εξανδραποδίστηκαν (πουλήθηκαν, δηλαδή ως δούλοι, στην κοντινή Σμύρνη και στην Πόλη). Άφησαν οι Τούρκοι και γύρω στους 2000 ζωντανούς, για να συνεχίσουν την καλλιέργεια της μαστίχας και να μην την στερηθούν οι επιφανείς Τουρκάλες.

  Σώζονται στοιχεία για ανήκουστες βαρβαρότητες. Ο Τούρκος δ/τής της Χίου, αναφέρει μεταξύ άλλων: «Τους μεν ηλικιωμένους επέρασαν γενναιότατα (οι «γενναίοι» πολεμιστές) εν στόματι μαχαίρας, παρομοίως και τας ηλικιωμένας γραίας, την δε κινητήν περιουσίαν ελεηλάτησαν… τας δε ωραίας κόρας των και τους τρυφερούς νεανίσκους εξηνδραπόδισαν. Το αίμα έρευσε ποταμηδόν».

  Η σφαγή της Χίου συγκλόνισε τη χριστιανική και φιλελεύθερη Ευρώπη, κυρίως τον πνευματικό και καλλιτεχνικό κόσμο. Γράφηκαν πολλά άρθρα και ποιήματα, (Β. Ουγκώ κ.ά),  ενώ ο μεγάλος Γάλλος ζωγράφος Ευγ. Ντελακρουά ζωγράφισε τον περίφημο ομώνυμο πίνακα, ο ποίος εκτέθηκε σε πολλά μέρη, ενώ τέθηκε δημόσια το θέμα αν και κατά πόσον μπορούσε να συμβιώσει ένας χριστιανικός λαός με τους βάρβαρους Οθωμανούς.

 

Η εκδίκηση του Κανάρη: Ο ελληνικός στόλος ήταν δύσκολο να αντιπαρατεθεί  στον ενωμένο τουρκικό στόλο, λόγω της διαφοράς μεγέθους των πλοίων και κυρίως της διαφοράς βεληνεκούς των κανονιών. Άρχισαν, λοιπόν, οι υπεύθυνοι του στόλου να εφαρμόζουν την παράτολμη μέθοδο της δράσης των περίφημων πυρπολικών: Γέμιζαν ένα μικρό πλεούμενο, βαμμένο κατάμαυρο –συνήθως με πίσσα, για να είναι και εύφλεκτο- με εκρηκτικές και εμπρηστικές ύλες, και προσπαθούσαν οι πυρπολητές να πλησιάσουν αργά τη νύχτα, αθόρυβα και …αόρατα (κατάμαυρο σκάφος, κουπιά, χωρίς τον παραμικρό θόρυβο), το πιο μεγάλο τουρκικό πλοίο. Σκοπός ήταν, να αγκιστρώσουν το πυρπολικό στο μεγάλο τουρκικό πολεμικό, να του βάλουν φωτιά και να απομακρυνθούν με τη μικρή βάρκα που ήταν δεμένη πίσω. Το πυρπολικό λαμπάδιαζε και ακολουθούσε η καταστροφή του.

  Έτσι,  αργά τη νύχτα στις 7 προς 8 Ιουνίου 1822,  ο Σπετσιώτης Κωνσταντίνος Κανάρης, οδηγώντας το, πιο μαύρο κι από τη νύχτα, πυρπολικό του, έφτασε και κόλλησε στη μεγάλη τουρκική ναυαρχίδα, όπου ο Καρά Αλής και 3.000 εκλεκτοί καλεσμένοι του, κυρίως αξιωματικοί του, γιόρταζαν το ισλαμικό Μπαϊράμι. ( Ο Α. Πιπίνος    που πήγε μαζί του με άλλο πυρπολικό δε μπόρεσε να το αγκιστρώσει σε άλλο μεγάλο πλοίο και το πήρε ο αέρας). Όμως ο ναυαρχίδα λαμπάδιασε, κάηκε σαν πυροτέχνημα και όλοι σχεδόν οι καλεσμένοι, αλλά και ο ίδιος ο Καρά Αλής, σκοτώθηκαν. Ήταν μια εκδίκηση, που δεν αντιστάθμιζε βέβαια την καταστροφή του νησιού, αλλά αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων και απάλυνε τον πόνο των ζωντανών θυμάτων της καταστροφής.

 

 

          Η  καταστροφή  των  Ψαρών

Οι Ψαριανοί, κάτοικοι του κοντινού στη Χίο μικρού νησιού των Ψαρών, επαναστάτησαν πολύ νωρίς (10 Απριλίου 1821), ήταν μάλιστα πολύ επιθετικοί. Ήταν πάντα ναυτικοί –άλλωστε με τι άλλο να ασχοληθούν στο μικρό ξερονήσι- και κυριαρχούσαν στο Αιγαίο, κάποτε μάλιστα πειρατικά. Έτσι, στις 20 Απριλίου του ’21, τα ψαριανά πλοία που, μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή* είχαν εφοδιαστεί με κανόνια, μπήκαν στο μεγάλο λιμάνι της κοντινής Σμύρνης, βύθισαν ένα μεγάλο τουρκικό πλοίο και συνέλαβαν άλλα τέσσερα, τα οποία οδήγησαν στα Ψαρά.

  Έκτοτε έκαναν επιθέσεις μαζί με πλοία από άλλες περιοχές, συγκροτώντας ένα αξιόμαχο στόλο, συχνά υπό τον σπουδαίο Ανδρέα Μιαούλη, σε διάφορα σημεία του Αιγαίου, στον Πατραϊκού, στην Τένεδο, στο Τσανταρλί της Μ. Ασίας και αλλού. Μάλιστα, μετά την καταστροφή της Χίου, ο ελληνικός στόλος, μη μπορώντας να αναμετρηθεί σε ανοικτές ναυμαχίες τα μεγάλα τουρκικά πολεμικά, που τα κανόνια τους είχαν πολύ μεγαλύτερο βεληνεκές, άρχισε να εφαρμόζει το τολμηρό, επικίνδυνο όσο και αποτελεσματικό σύστημα της πυρπόλησης των μεγάλων εχθρικών πλοίων με τα περίφημα πυρπολικά.

  Έχοντας μεγάλες δυσκολίες να αντιμετωπίσει τα ευέλικτα και τολμηρά ελληνικά πλοία, αλλά και γενικότερα την ελληνική επανάσταση, ο Σουλτάνος συμφώνησε με τον ηγέτη της Αιγύπτου  Μωχάμετ Άλη   να τον βοηθήσει, με αντάλλαγμα να δώσει την Κρήτη  στον ίδιο και την Πελοπόννησο  στον θετό γιο του, το γνωστό Ιμπραήμ. Έτσι η ελληνική επανάσταση γνώρισε μεγάλους κινδύνους και δυσκολίες, αφού οι αιγυπτιακές δυνάμεις είχαν ευρωπαϊκή εκπαίδευση.

  Αναθαρρημένος λοιπόν και θέλοντας να ξεμπερδεύει με τα μικροσκοπικά και «μέσα στα πόδια του» Ψαρά, έδωσε εντολή στον αρχηγό του στόλου Χοσρέφ να τα «εξαφανίσει από προσώπου γης». Έτσι, στις 20 Ιουνίου 1824, μια αρμάδα από 176 πολεμικά και φορτηγά πλοία επιτέθηκαν στα Ψαρά, όπου ζούσαν 30.000 άνθρωποι, από τους οποίους μόνο 7.000 ήταν Ψαριανοί και οι άλλοι ήταν πρόσφυγες από τη Χίο, τις ακτές της Μικρασίας και από αλλού (ακόμη και από τη Χαλκιδική, μετά την επανάστασή της, το ΄21). Τα Ψαρά υπερασπίζονταν περίπου 3.000 ένοπλοι.

  Το σοβαρό λάθος των υπερασπιστών ήταν ότι, αντί να ναυμαχήσουν, οπότε είχαν πιθανότητες να νικήσουν ή και να ξεφύγουν με κόσμο, αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν τους Τούρκους στη στεριά.

  Η μεγάλη διαφορά δυνάμεων επέφερε την ήττα των αμυνομένων. Όσοι υπερασπιστές βρίσκονταν, μαζί με πολλά γυναικόπαιδα, στο κάστρο του νησιού, παρά την ηρωική άμυνά τους, δεν άντεξαν και τελικά έγιναν όλοι θύματα, όμως μαζί με πολλούς Τούρκους, αφού ο Α. Βρατσάνος έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη. Ακολούθησε σφαγή. Από τους 30.000, οι 18.000 θανατώθηκαν βάρβαρα και χιλιάδες πουλήθηκαν ως σκλάβοι, κατά τη συνήθη τακτική του οθωμανικού πολιτισμού. Ελάχιστοι μπόρεσαν να διαφύγουν, αφού τα πολυάριθμα τουρκικά πλοία είχαν περικυκλώσει το μικρό νησί.

  Την καταστροφή των Ψαρών αποδίδει το περίφημο επίγραμμα του εθνικού μας ποιητή Διον. Σολωμού:

 

    Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη,

    περπατώντας η Δόξα μονάχη,

    μελετά τα λαμπρά παλικάρια

    και στην κόμη στεφάνι φορεί,

    γινωμένο από λίγα χορτάρια,.

    πούχαν μείνει στην έρημη γη.

 

Η καταστροφή των Ψαρών, πέραν από τον ανθρωπιστικό χαρακτήρα της, είχε και σοβαρή αρνητική συνέπεια στο ναυτικό δυναμικό της επαναστατημένης Ελλάδας, αφού, από τα πλοία που βρέθηκαν εκεί, μόνο τα 20 περίπου σώθηκαν.  Έτσι αποδυναμώθηκε η ισχυρή παρουσία των Ελλήνων, που συγκροτούσαν τα υδραίικα, τα σπετσιώτικα και τα ψαριανά πλοία.

…………………………………………………………..

  • Συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή: Συνθήκη που υπογράφηκε μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, το 1774, ύστερα από τον νικηφόρο για την Ρωσία πόλεμο με την Τουρκία (1768-74), ένας από τους όρους της οποίας πρόβλεπε ότι, εμπορικά πλοία τα οποία φέρουν τη ρωσική σημαία, αδιακρίτως εθνότητας, έχουν το δικαίωμα να εξοπλίζονται (για τον κίνδυνο των πειρατών –και όχι μόνο)

    

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.