13 Απριλίου, 2021
Εκκλησιαστικά

Το κήρυγμα της Κυριακής

Β΄ Κυριακή Νηστειῶν, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ

28 Μαρτίου 2021

 

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Τήν μεταμόρφωση τοῦ θριάμβου τῆς Ὀρθόδοξης πίστης σὲ βίωμα ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας, ὡς προέκταση τῆς προηγούμενης Κυριακῆς. Μνημονεύει τήν πολύτιμη προσφορά τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος ὡς μεγάλος δογματικός διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὑπερασπίστηκε σθεναρά τό ὀρθόδοξο βίωμα. Τιμᾶ τούς  ἀγῶνες του, ἀρχικῶς ὡς ἀσκητή καί μοναχοῦ στό Ἅγιον Ὄρος καί μετέπειτα ὡς Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, γιά τήν κατάπαυση τῶν λεγόμενων ἡσυχαστικῶν ἐρίδων τοῦ 14ου αἰῶνα. Τήν ἐποχή ἐκείνη κάποιοι Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι ἀπό τη Δύση ἀμφισβήτησαν τήν δυνατότητα πού ἔχουμε ὡς Χριστιανοί, νά ἐρχόμαστε σέ κοινωνία μέ τόν Θεό. Σέ συνέχεια τῶν αἱρετικῶν τῶν προηγούμενων αἰώνων, ἐπιχείρησαν νά ἐμφανίσουν τή λατρευτική ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τήν πνευματική προσπάθεια τῶν πιστῶν, κυρίως ὡς μιά συναισθηματική καί λογική διεργασία, παρά ὡς μιά ἐμπειρία σχέσης Θεοῦ καί ἀνθρώπου.

Σύμφωνα μέ τήν Ὀρθόδοξη δογματική διδασκαλία, ἡ ἄκτιστη οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπρόσιτη γιά τόν ἄνθρωπο, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος μετέχει στίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Μᾶς τό λέει πολύ καθαρά ὁ Μέγας Βασίλειος: «ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ, διά τόν ἄνθρωπον εἶναι παντελῶς ἀπερινόητος καί ἄρρητος, ὅμως αἱ ἐνέργειαι αὐτοῦ πρός ἡμᾶς καταβαίνουσι». Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, στηριζόμενος στήν διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν πρό αὐτοῦ Ἁγίων Πατέρων, κάνει διάκριση μεταξύ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἐνεργειῶν Του καί μᾶς τονίζει, ὅτι ὅπως ὁ ἥλιος στέλνει τίς ἀκτῖνες του, πού μᾶς φωτίζουν καί μᾶς θερμαίνουν ἔτσι πρέπει νά κατανοήσουμε τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Συνεπῶς ὅλοι οἱ πιστοί μποροῦν νά μετέχουν τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ,  τῆς Χάριτος δηλαδή τοῦ Θεοῦ, μέσα ἀπό τά Ἅγια Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας καί κυρίως ὅταν μεταλαμβάνουν τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτό φαίνεται ξεκάθαρα καί μέσα ἀπό τό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ παραλύτου τῆς Καπερναούμ, γιά τό ὁποῖο ἀκούσαμε σήμερα ἀπό τόν Εὐαγγελιστή Μᾶρκο. Ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ πρός ἐκεῖνον. Ὁ Θεάνθρωπος Κύριος θεραπεύει τόν παράλυτο καί ἡ θεραπεία του εἶναι ἄμεση λόγῳ τοῦ ὅτι ἐνεργεῖ ὁ Θεός. Δέν χρειάστηκε δηλαδή χρόνος ἀνάρρωσης ἤ ἐν καιρῷ ἀποκατάσταση. Διότι γνωρίζουμε, πώς ἄν κάποιος θεραπευθεῖ ἀπό κάποιον ἰατρό, χρειάζεται πολύ χρόνο γιά νά ἐπανέλθει καί συνήθως ὄχι ὅπως ἦταν πρίν τήν ἀσθένεια. Ἐνῶ ἐδώ ἔχουμε αὐθορεί καί παραχρῆμα ἀπόλυτη θεραπεία.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος λαμβάνει τήν ἀφορμή νά μιλήσει γιά τήν μετοχή τοῦ Παραλύτου στήν θεῖα ἐνέργεια, πού τόν θεραπεύει, ἀλλά καί τήν εὐκαιρία νά μᾶς πεῖ, τί ἦταν ἐκεῖνο, πού προξένησε τήν ἐπενέργεια τῆς θείας Χάρης καί ἔδωσε τήν θεραπεία στόν παράλυτο.

Ὁ παραλυτικός λέει «αἰρόμενος ὑπό τεσσάρων» ἔφθασε στήν οἰκία, ὅπου δίδασκε ὁ Χριστός. Ἐπειδή ὁ κόσμος ἦταν πολύς τόν ἀνέβασαν στήν ὀροφή, «ἀπεστέγασαν τήν στέγην» καί κατέβασαν τόν παραλυτικό μαζί μέ τό κρεββάτι μπροστά στόν Χριστό, πού τοῦ χάρισε τήν ἴαση καί θεραπεία τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος προσαρμόζει αὐτήν τήν πράξη στήν θεραπεία τῆς παράλυτης ἀπό τήν ἁμαρτία ψυχῆς καί κάνει τόν ἐξῆς παραλληλισμό. Κάθε ἕνας πού πρόσκειται στίς ἡδονές εἶναι παράλυτος στήν ψυχή κείμενος ἐπάνω στό κρεββάτι τῆς ἡδυπαθείας καί τῆς σαρκικῆς ἀνέσεως. Ἡ ψυχή εἶναι παράλυτη, καθηλωμένη σέ ἕνα σῶμα πού ὑπηρετεῖ τίς ἡδονές. Χρειάζεται ἡ παράλυτη ψυχή νά ἐπιστρέψει στόν Χριστό γιά νά θεραπευθεῖ.

Τήν βοηθοῦν τέσσερις παράγοντες, τέσσερις φίλοι της ψυχῆς δηλαδή:

Πρῶτος φίλος εἶναι «ἡ οἰκεία κατάγνωσις». Δηλαδή ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας καί ἡ διάθεση, ὄχι νά δικαιολογήσουμε τόν ἑαυτός μας, ὅπως συμβαίνει συνήθως, ἀλλά νά τόν διορθώσουμε.

Δεύτερος φίλος εἶναι «ἡ τῶν προημαρτημένων ἐξαγόρευσις». Δηλαδή, ἡ ἐνώπιον Πνευματικοῦ Ἱερέως ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτημάτων μας.

Τρίτος φίλος εἶναι «ἡ εἰς τό ἑξῆς πρός ἀποχήν τῶν κακῶν ὑπόσχεσις», ἡ ὑπόσχεση δηλαδή  νά μήν ὑποπέσει ὁ ἄνθρωπος στά ἴδια ἁμαρτήματα.

Τέταρτος φίλος εἶναι «ἡ πρός τόν Θεόν δέησις», δηλαδή, ἡ προσευχή.

Ἀπαιτεῖται ὅμως νά ἀποστεγάσουν τήν στέγη, τήν ὀροφή. Ὀροφή εἶναι τό λογιστικό μέρος τῆς ψυχῆς, πού εἶναι φορτωμένο ἀπό ὑλικά, πού προέρχονται ἀπό τήν σχέση πρός τά γήϊνα καί τά πάθη, πού χωρίζουν τήν ψυχή ἀπό τόν Χριστό.

Ὅταν καθαρισθεῖ ὁ λογισμός μας, ἀπό τά πάθη τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, ὅπως εἶναι οἱ μικρότητες, τά μίση, οἱ ζήλιες, ὁ φθόνος, ἡ κακότητα, οἱ σαρκικές ἁμαρτίες, τότε μποροῦμε νά ταπεινωθοῦμε, νά προσπέσουμε καί νά προσεγγίσουμε τόν Χριστό. Ἀμέσως τότε ὁ παράλυτος νοῦς ἀκούει τήν γλυκυτάτη λέξη «τέκνον» καί λαμβάνει ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, ἀλλά καί δύναμη γιά νά σηκώσει τό κρεββάτι του. Δηλαδή ὁ φωτισμένος νοῦς ὁδηγεῖ καί διευθύνει τό σῶμα στά ἔργα τῆς μετανοίας καί δέν διευθύνεται ἀπό αὐτό, ὅπως γινόταν προηγουμένως. Ζεῖ τήν ἐν Χριστῷ ζωή.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τήν καλή συνήθεια νά μή θεωρεῖ τόν ἑαυτό του τέλειο καί ἀναμάρτητο, ὅταν μαθαίνει νά ἀναγνωρίζει τά σφάλματά του, ὅταν δηλαδή ἀποκτᾶ τή συνεχῆ μετάνοια, τότε δέν ἀπολαμβάνει μόνο τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά γίνεται καί φορέας αὐτῆς τῆς χάριτος στό ἐκκλησιαστικό σῶμα. Γίνεται χρήσιμος στό ἔργο τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, γιατί ἀνακαινίζει τή χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα του μέ τά μυστήρια τῆς μετάνοιας καί τῆς ἐξομολόγησης. Μιμεῖται οὐσιαστικά τόν Κύριο, ὁ ὁποῖος ὑποτάχθηκε στό θέλημα τοῦ Πατέρα γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου, γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, ὅπως πολύ εὔστοχα σημειώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στό σημερινό ἀνάγνωσμα: «εἶναι φανερό ὅτι δέν ἔρχεται (ὁ Χριστός) νά βοηθήσει ἀγγέλους, ἀλλά τούς ἀπογόνους του Ἀβραάμ. Ἔπρεπε λοιπόν νά γίνει σ’ ὅλα ὅμοιος μέ τά ἀδέλφια του, ὥστε νά γίνει σπλαχνικός καί πιστός ἀρχιερέας στήν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ, γιά τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ» (βλ.Ἑβρ. β, 16-17)

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ἄς μήν μᾶς ἀπογοητεύουν οἱ δυσκολίες καί οἱ ἐνίοτε ἀντίξοες συνθῆκες στήν κίνηση τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἑαυτοῦ μας, πρός μετάνοια καί πνευματική ἀνακαίνιση. Ἀς κάνουμε φίλους μας τήν αὐτομεμψία, τήν ἐξομολόγηση, τήν προσευχή καί κυρίως τήν προσπάθεια νά μήν ἐπιστρέφουμε στά ἴδια ἁμαρτήματα. Καί οἱ νέοι αὐτοί πνευματικοί φίλοι μας, θά μᾶς ὁδηγήσουν στήν ταπείνωση καί τήν θεοφιλῆ ζωή καί τότε στήν θεραπευμένη ψυχή μας θά ἔλθει νά ἀναπαυθεῖ ἡ ζωοποιός χάρις τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Αὐτός εἶναι ὁ στόχος τῆς ἄσκησης στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, ἰδίως κατά τήν περίοδο τῆς ἁγίας καί μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, πού διανύουμε. Αὐτή εἶναι καί ἡ καλύτερη προετοιμασία μας γιά νά συμμετάσχουμε συχνά καί στήν θεία μετάληψη, «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί ζωήν τήν αἰώνιον», ἐσχάτως δέ καί εἰς ὁμολογίαν πίστεως. Ἀμήν.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *